Sunday 15th December 2019
x-pressed | an open journal
December 7, 2013
December 7, 2013

Αθήνα: σύνορο της Ευρωπης, πρωταγωνίστρια του σήμερα

Author: Valerio Pelliccia Translator: Euthimis Ntikos
Source: Nea Polis Roma  Category: Letters from home
This article is also available in: deenesitpt-pt
Αθήνα: σύνορο της Ευρωπης, πρωταγωνίστρια του σήμερα

Αθήνα, μια λέξη μόνο για πεντέμισι εκατομμύρια κατοίκους, μια πόλη μόνο για μια σχεδόν ολόκληρη χώρα. Υπάρχουν στον κόσμο πρωτεύουσες μεγαλύτερες, όμως το να αντικρίζεις αυτή την πόλη από μια προνομιούχα τοποθεσία όπως ο Λυκαβηττός (όχι ο πιο ψηλός, αλλά σίγουρα ο πιο κεντρικός λόφος) είναι κάτι που σου κόβει την ανάσα, σε αφήνει εμβρόντητο και σου αναστατώνει τις αισθήσεις. Κάτω από τα πόδια σου απλώνεται μια πόλη δίχως όρια, μια σύγχρονη, ατελείωτη τσιμεντούπολη με κάποιους λίγους χώρους πρασίνου ανά διαστήματα και κάποια αρχαία ερείπια της κλασικής περιόδου, διάσπαρτα εδώ και εκεί. Η θέα σε σαστίζει, σε αφήνει εκστατικό, ειδικά όταν ο ήλιος δύει ανάμεσα στους λόφους και τα χρώματα που αναδύονται σου χορταίνουν ολοκληρωτικά τα μάτια, δημιουργώντας ένα από τα πιο μαγευτικά ηλιοβασιλέματα που μπορεί κάποιος να δει.

Στην κορυφή του Λυκαβηττού, έχοντας λίγη εξοικείωση με το μέρος, μπορεί κάποιος να αναγνωρίσει όλα τα σημεία που αποτελούν σύμβολο για την πόλη. Σε κάποιες στιγμές μάλιστα φανταζόμαστε ότι τα περιδιαβαίνουμε, σαν κάποιο αόρατο χέρι να μας αρπάζει και να μας τηλεμεταφέρει εκεί: από έναν περίπατο ανάμεσα στα χαμηλά σπίτια της Πλάκας, μια μικρή γειτονιά στους πρόποδες της Ακρόπολης η οποία ως δια μαγείας ξέφυγε από την αδηφάγα τσιμεντοποίηση, μεταφερόμαστε στα χείλη μιας πισίνας στον τελευταίο όροφο ενός κτιρίου στο κεντρικό και πολυτελές Κολωνάκι, έπειτα στην πολυπρόσωπη πλατεία Συντάγματος, η οποία τη μια μέρα είναι μια τυπική και κομψή ευρωπαϊκή πλατεία, ενώ την άλλη μετατρέπεται σε ένα πεδίο μάχης όπου εκτονώνεται η λαϊκή οργή. Μεταφερόμαστε ανάμεσα στους γεμάτους κόσμο πάγκους της αγοράς στην Ομόνοια, χωνευτήρι πολιτισμών χάρη στην πυκνή παρουσία των μεταναστών και έπειτα, γιατί όχι, βρίσκεσαι να σιγοπίνεις έναν καφέ σε μια από τις τόσες και όμορφες καφετέριες που ζωντανεύουν την πόλη. Μεταφέρεσαι επίσης μέχρι τις ανώνυμες και μελαγχολικές, μακρινές γειτονιές, που χτίστηκαν βιαστικά και ομοιόμορφα για να υποδεχτούν τους πρόσφυγες από τη Μικρά Ασία όταν την επανακατάκτησαν οι Τούρκοι το 1922, για να ξαναγυρίσεις έπειτα στο κέντρο, στον ιερό βράχο της Ακρόπολης, ο οποίος τη νύχτα προσφέρει ένα μοναδικό, μαγευτικό θέαμα και είναι κάθε άλλο παρά «μόνο τέσσερις πέτρες» όπως σχολιάζουν πολλοί επηρμένοι συμπατριώτες μου. Στο τέλος βλέπεις τη θάλασσα η οποία χάνεται στα βάθη του ορίζοντα, ανάμεσα στα φουγάρα της Χαλυβουργικής και τα ναυπηγεία του Πειραιά, πριν χρόνια εθνική υπερηφάνεια, η οποία τώρα ξεπουλιέται σε εξευτελιστικές τιμές στον πρώτο ξένο πλειοδότη ή βρίσκεσαι να κάνεις βόλτα στη Γλυφάδα, στην πιο ‘ιν’ παραλιακή ζώνη της Αθήνας.

Δεν είναι βέβαια η ομορφιά των κτιρίων αυτό που κάνει την πρωτεύουσα της Ελλάδας να ξεχωρίζει, αλλά κυρίως η γνώση αυτού που διαισθάνεται κάποιος κάτω από αυτές τις αναρίθμητες αντιθέσεις και το πλήθος που θρέφει και δίνει ζωή σε αυτή την καρδιά που χτυπά δυνατά στις ανατολικές εσχατιές της Ευρώπης. Απόλυτη πρωταγωνίστρια του παρελθόντος με τη γέννηση της δημοκρατίας, η Αθήνα, είναι πρωταγωνίστρια και στο παρών, με το ίδιο το δημιούργημα της να εκπίπτει, ή τουλάχιστον να μεταβάλλεται.

Πολλοί με ρωτούν: “Μα τελικά υπάρχει κρίση ή όχι;” Ενστικτωδώς η απάντηση είναι ναι. Παραμερίζοντας στην άκρη τους απεχθείς οικονομικούς δείκτες, η απάντηση έρχεται από την πανταχού παρουσία των αστυνομικών δυνάμεων καταστολής και από τις εικόνες με τους άστεγους οι οποίοι γεμίζουν τις διάφορες στοές της πόλης. Και είναι αυτή η ίδια πόλη η οποία πριν την κρίση περηφανευόταν ότι είχε το χαμηλότερο ποσοστό αστέγων στην Ευρώπη. Και τα ρολά των καταστημάτων; Πολλά από αυτά θα παραμείνουν κατεβασμένα για πάντα. Καταλαβαίνει κάποιος την κρίση από τους δεκάδες αδέσποτους σκύλους, οι οποίοι έχοντας ακόμα το κολάρο τους, γυρίζουν την πόλη ψαχουλεύοντας στα σκουπίδια για να βρουν κάτι να φάνε, ανταγωνιζόμενοι άλλοτε και αυτούς, που ζώα δεν είναι. Μια σιωπηλή πάλη ανάμεσα σε φτωχούς, ανθρώπινα πλάσματα ή μη. Δεν λείπουν και αυτοί οι οποίοι «τρυπιούνται» ακριβώς μέσα στο κέντρο, μέρα μεσημέρι, σύμπτωμα μιας πληγής η οποία υποτροπιάζει αργά αργά, παγιδεύοντας στα δίχτυα της ολοένα και περισσότερους απελπισμένους. Η θέρμανση με τη χρήση της ξυλείας επέστρεψε σε τόσο μαζικό βαθμό (καθώς οι λογαριασμοί των κοινοχρήστων για το πετρέλαιο θέρμανσης είναι τώρα πια βαριοί και ασήκωτοι) ώστε η κυβέρνηση επέβαλλε απαγορεύσεις για να εμποδίσει την αποψίλωση των δασών και την περιβαλλοντολογική ρύπανση. Το χειμώνα συμβαίνει συχνά να μπεις σε κάποιο μπαρ ή καφετέρια χωρίς θέρμανση και να παρατηρήσεις τους θαμώνες που τουρτουρίζουν από το κρύο, να φοράνε πρώτα το παλτό τους και μετά από λίγο να βγαίνουν έξω δυσαρεστημένοι. Έπειτα υπάρχουν και οι αυτοκτονίες, οι οποίες δεν μπορούν να υπολογιστούν πλέον και αυτοί που η κρίση τους πήρε τα λογικά και τώρα περιπλανώνται στους δρόμους της πόλης βρίζοντας τους περαστικούς.

Αν την δεις λοιπόν έτσι, θα φαινόταν μια πόλη σε σοβαρή κρίση, μετά από κάποια καταστροφή σε ένα σενάριο τρόμου. Και όμως όταν περπατάς στους δρόμους αυτής της πρωτεύουσας η ατμόσφαιρα είναι κάθε άλλο παρά σκοτεινή. Η κίνηση είναι συνεχής και έπειτα οι τόνοι δεν φαίνονται να είναι τόσο τεταμένοι, κινούμενοι σε ένα γενικό κλίμα μεταξύ χαλαρότητας και γιορτής. Οι καφετέριες, οι ταβέρνες και τα μπαρ; Γεμάτα ήδη από το μεσημέρι, γεμίζουν ασφυχτικά το βράδυ και ιδίως τα σαββατοκύριακα, καθιστώντας αδύνατο σε κάποιον να βρει κάπου να κάτσει. Η νυχτερινή ζωή είναι πραγματικά το δυνατό σημείο της Αθήνας, που από αυτή την άποψη δεν έχει τίποτα να ζηλέψει από τις άλλες ευρωπαϊκές πρωτεύουσες, χάρη στο γενικότερο χαλαρό πνεύμα των Ελλήνων και στην ύπαρξη εκατοντάδων μαγαζιών κάθε τύπου, άψογα διακοσμημένων και πάντα με πρωτότυπο στυλ.

Άρα λοιπόν ποια είναι η πιο ακριβής απάντηση στην ερώτηση αν τη μια στιγμή σκέφτεσαι “πράγματι εδώ περνάνε πολύ άσχημα” και την επόμενη στιγμή αναφωνείς “Ω, τι πόλη! Παρόλες τις δυσκολίες αυτοί εδώ έχουν προβάδισμα…”; Το να απαντήσεις σε αυτή την ερώτηση εις βάθος σημαίνει ότι πρέπει να δεις πέρα από αυτή την ξεκάθαρη οπτική αντίφαση, και να την εξηγήσεις με βάση τις τυπικές αποκλίσεις που προκαλεί μια οικονομική κρίση. Κοινώς, ή κρίση δεν επηρεάζει το κοινωνικό σύνολο με τον ίδιο τρόπο. Υπάρχουν κοινωνικές ομάδες που καταδικάζουν ολοκληρωτικά αυτό το πλήγμα που έχει υποστεί η κοινωνία, όπως υπάρχουν και τα άτομα που συνεχίζουν να ξοδεύουν τα χρήματα τους με τον ίδιο τρόπο, όπως και πριν. Γι’ αυτό δεν αρκεί μόνο η παρατήρηση αλλά καθίσταται αναγκαίο να αφουγκραστούμε την κοινή γνώμη, ή καλύτερα να δώσουμε προσοχή σε αυτό το οποίο δεν ακούγεται προς τα έξω. Θα περίμενε κανείς μια συνεχόμενη οργή, αγώνες, διαδηλώσεις, σχεδόν μια επανάσταση ενάντια σε αυτό που συμβαίνει, τουλάχιστον ως αντίδραση ως προς όλες αυτές τις παράλογες θυσίες οι οποίες επεβλήθησαν από τα μνημόνια της Τρόικας. Πρόκειται για μια λιτότητα απάνθρωπη η οποία διαψεύδεται συνεχώς από τις προβλέψεις της ελληνικής οικονομίας, που βρίσκεται σε ύφεση, ενώ η ανεργία και το δημόσιο χρέος καλπάζουν με ρυθμούς ανεξέλεγκτους μέσα σε ένα λιβάδι από φόρους και χρέη. Τα τελευταία χρόνια επιβάλλονται μέτρα δίχως κανένα αποτέλεσμα, τα οποία εξευτελίζουν την ανθρώπινη αξιοπρέπεια και περνιούνται δήθεν ως απαραίτητα από μια πολιτική τάξη διεφθαρμένη μέχρι το μεδούλι που βουλιάζει καθημερινά υπό το βάρος των σκανδάλων. Μπροστά σε όλα αυτά, η αντίδραση του ελληνικού λαού υπήρξε εντονότατη και σχεδόν ομόψυχη, ικανή να παρασύρει τη χώρα στα πρόθυρα ενός γενικότερου ξεσηκωμού, ή τουλάχιστον αυτή ήταν η εικόνα που τα ΜΜΕ μετέδιδαν. Ωστόσο αυτές οι πολυπληθείς διαδηλώσεις του παρελθόντος, σήμερα, είναι πλέον μια ανάμνηση με λίγα λόγια ξεθωριασμένη. Παραμένουν τα κόμματα, οι αντιεξουσιαστές και όποιος ζει καθημερινά από την πολιτική. Ωστόσο ο απλός κόσμος, από τους φτωχούς ως τη μεσαία κοινωνική τάξη, έχει κλειστεί στον εαυτό του. Τα προσωπικά δράματα και τα προβλήματα δεν ξεπερνούν τους τοίχους του σπιτιού και ο Έλληνας αποφεύγει το θέμα της κρίσης ως ένα είδος ψυχολογικής άμυνας. “έναν χρόνο πριν δεν έκανα τίποτα άλλο από το να μιλώ για την κρίση με τους φίλους μου, συζητάγαμε γι’ αυτό πάντοτε, ψάχνοντας να βρούμε τα αίτια και μια πιθανή λύση. Τώρα όμως, έχουμε κουραστεί και προτιμάμε οτιδήποτε άλλο προκειμένου να μην μιλάμε γι’ αυτό που μας συμβαίνει.” Αυτή τη φράση την άκουσα, μόλις είχα φτάσει, τρεις μήνες πριν, από μια Ελληνίδα φίλη μου. Στη συνέχεια συναναστρεφόμενος με εκείνη και τους φίλους της κατάλαβα τη σημασία αυτής της φράσης: τις λίγες φορές που το θέμα της συζήτησης είναι η κρίση δεν κατονομάζονται ποτέ οι υπεύθυνοι, ούτε ένας κατά τύχη. Υπό το μηδέν λοιπόν οποιαδήποτε διάθεση για διαμαρτυρία: “χρόνια πριν οι διαδηλώσεις ήταν πολύ πιο πολυπληθείς, τώρα, ποιο το νόημα να πας;”. Αυτό το οποίο μένει είναι μια γενικότερη παραίτηση για την οποία το γιατρικό είναι η φυγή στο εξωτερικό, ως μια πιθανή αν όχι η μοναδική λύση του προβλήματος σε προσωπικό επίπεδο: “Από την τάξη μου στο λύκειο, είμαι ο μοναδικός που έχει παραμείνει στην Ελλάδα. Όλοι οι άλλοι συμμαθητές μου δουλεύουν στο εξωτερικό.” Αυτά τα λόγια ακούγονται συχνά από το στόμα ανέργων και τριαντάχρονων πτυχιούχων οι οποίοι ήδη σκέπτονται να ακολουθήσουν το παράδειγμα των πρώην συμμαθητών τους. Και είναι εδώ που τελειώνει η ελληνική τραγωδία. Αυτό που κάποτε ήταν ιαχή μάχης εκμηδενίστηκε από το ξεφύσημα της παραίτησης και την αδιαφορία. Η οποιαδήποτε θέληση για αλλαγή ή επαναπροσδιορισμό ενός νέου μοντέλου δημοκρατίας το οποίο δεν θα εξαρτάται από τις αγορές, ή το απλούστερο δικαίωμα του Έλληνα να φανταστεί το μέλλον του στην πατρίδα του, έχει απλά εξανεμιστεί. Οι τραπεζίτες, οι πολιτικοί και τα ισχυρά λόμπυ υπερίσχυσαν του ίδιου του λαού και χάρη στη συνεχή και διαβρωτική επιρροή των ΜΜΕ, σε συνδυασμό με τα δρακόντεια μέτρα και τη βίαιη καταστολή, κατάφεραν να αποτινάξουν την ευθύνη για την κρίση από τις πλάτες τους και να τη μεταφέρουν στην πλειονότητα του ελληνικού λαού, κάνοντας να περάσει το μήνυμα ότι οι Έλληνες ήταν αυτοί που για χρόνια ζούσαν με τρόπο που ξεπερνούσε τις δυνατότητες τους. Έτσι ο Έλληνας, τώρα πια εξουθενωμένος και ηττημένος επί μακρόν από μια εξαντλητική κρίση που τον κατέστησε ανίσχυρο, μαθαίνει να δέχεται την κατάσταση σκύβοντας το κεφάλι. Προνόμια και καρέκλες σώθηκαν αλλά με κόστος τεράστιες θυσίες. Τι μένει από έναν λαό αν αυτός παραδοθεί; Τι θα παραμείνει από την Ελλάδα αν οι νέοι της ηττημένοι από την παραίτηση, την αγανάκτηση ή την ντροπή, ονειρεύονται άλλες χώρες; Αποφασίζετε εσείς.

Δύο ενδεικτικά παραδείγματα (τα οποία συνέβησαν αυτό το φθινόπωρο) για να καταλάβετε το ευρύτερο κλίμα: το μεγαλύτερο πανεπιστήμιο της χώρας είναι κλειστό εδώ και ένα εξάμηνο και η μοναδική ευπρεπής δημόσια τηλεόραση της χώρας, η ΕΡΤ, εκκενώθηκε βίαια από την κυβέρνηση με την παρέμβαση των ΜΑΤ. Και τα δυο, πολύ σοβαρά γεγονότα, πέρα από κάποιες κουβέντες αγανάκτησης, πέρασαν εντελώς απαρατήρητα. Και είναι κυρίως τα γλυκανάλατα ελληνικά ΜΜΕ αυτά που θα μας δώσουν την αφορμή για να μιλήσουμε για μια άλλη απειλή η οποία έχει κάθε άλλο παρά αντιμετωπιστεί. Πρόκειται για τους ναζιστές της Χρυσής Αυγής. Ωστόσο ο χώρος είναι τύραννος, η συνέχεια στο επόμενο επεισόδιο.

This article is also available in:

Translate this in your language

Like this Article? Share it!

Leave A Response