Sunday 30th April 2017
x-pressed | an open journal
January 18, 2016
January 18, 2016

Απεξάρτηση, νομιμότητα και οι προσωπικές ευθύνες του «παραγωγικού» πολίτη

Author: Lena Theodoropoulou Translator: Eleni Nicolaou
This article is also available in: enesfr
Απεξάρτηση, νομιμότητα και οι προσωπικές ευθύνες του «παραγωγικού» πολίτη

Στη θεωρία

Η στρατηγική του κυβερνητικού συνασπισμού [1] πάνω στα ναρκωτικά για την περίοδο 2010-2015 αποτυπώνεται σε ένα σαφές, ξεκάθαρο έγγραφο που περιγράφει τις προθέσεις και τα σχέδια της κυβέρνησης, καθώς και τις αλλαγές που ουσιαστικά έγιναν στο σύστημα απεξάρτησης στο Ηνωμένο Βασίλειο τα τελευταία πέντε χρόνια.

Το έγγραφο αρχίζει με μια δήλωση της υπουργού Εσωτερικών και τη δέσμευσή της να καταδιώξει όσους ασχολούνται με το εμπόριο ναρκωτικών. Στη συνέχεια, επιχειρεί να κάνει μια αυθαίρετη σύνδεση μεταξύ της χρήσης ναρκωτικών, του οργανωμένου εγκλήματος και της ασφάλειας των συνόρων του Ηνωμένου Βασιλείου. Η σαφής διάκριση μεταξύ χρηστών και εμπόρων ναρκωτικών, όπως περιγράφεται από την υπουργό Εσωτερικών –ανύπαρκτη στον πραγματικό κόσμο– δεν είναι κάτι καινούργιο. Το γεγονός όμως ότι αυτό αναφέρεται στην αρχή του εγγράφου δείχνει πεντακάθαρα ότι για τους εμπνευστές του η αντιμετώπιση της σχέσης μεταξύ παραβατικότητας και δραστηριότητας γύρω από τα ναρκωτικά (χρήση ή εμπόριο) αποτελεί προτεραιότητα για την «ασφάλεια της κοινότητας» και η στρατηγική τους θα εξελίσσεται με βάση αυτή την πεποίθηση.

Στο κύριο σώμα του εγγράφου αναφέρεται ότι μεταξύ των βασικών στόχων της αποκατάστασης είναι τα υπό θεραπεία άτομα να πάψουν να είναι παραβατικά, να σταματήσουν να βλάπτουν τον εαυτό τους και τις κοινότητές τους και να συμβάλουν με θετικό τρόπο στην κοινωνία. Πιο κάτω αναφέρεται ότι «το κλειδί για την επιτυχή έκβαση σε ένα σύστημα αποκατάστασης είναι όλες οι υπηρεσίες να ενεργούν έχοντας κατά νου τα αποτελέσματα των βέλτιστων πρακτικών» που περιλαμβάνουν: τη μείωση της εγκληματικότητας και της διάπραξης νέων αδικημάτων, τη διατήρηση της απασχόλησης, την ικανότητα στην πρόσβαση και διατήρηση κατάλληλης διαμονής, τις βελτιωμένες σχέσεις με τα μέλη της οικογένειας, τους συνεργάτες και τους φίλους, και την ικανότητα να είναι αποτελεσματικοί και στοργικοί γονείς. Την ίδια στιγμή η κυβέρνηση ζητά από τις υπηρεσίες να παρέχουν σχέδια θεραπείας και φροντίδας εξατομικευμένα και προσαρμοσμένα στις προσωπικές ανάγκες όσων κάνουν χρήση αυτών των υπηρεσιών. Αυτό είναι μάλλον παράδοξο, καθώς με βάση τις παραπάνω κατευθύνσεις, είναι προφανές ότι το κέντρο της προσοχής δεν είναι ουσιαστικά τα άτομα που ζητούν βοήθεια αλλά η ασφάλεια και η ευημερία των ανθρώπων και των θεσμών γύρω από αυτά τα άτομα. Διευκρινίζεται δε ρητά ότι οι υπηρεσίες δεν θα κριθούν (και δεν θα χρηματοδοτηθούν) με βάση το θεραπευτικό τους έργο, αλλά με βάση την ικανότητά τους να παράξουν «καλούς πολίτες», δηλαδή πολίτες που έχουν δουλειά, σπίτι, είναι μέρος (ή στη διαδικασία σχηματισμού) μιας πυρηνικής οικογένειας, είναι καλοί γονείς, δεν παρανομούν κλπ. Είναι, ως εκ τούτου, ασφαλές το συμπέρασμα ότι η εξατομικευμένη θεραπεία αναφέρεται περισσότερο στον εντοπισμό και τη διόρθωση των «παρεκκλίσεων» στη ζωή των χρηστών, παρά σε μια προσπάθεια να βοηθηθούν στην ανακάλυψη των δικών τους προσδοκιών, των δικών τους σχεδίων και στην επιλογή του τρόπου ζωής που επιθυμούν.

Στην πράξη

Ως εργαζόμενη σε ένα κέντρο απεξάρτησης, είχα προσκληθεί να συμμετάσχω μαζί με τους θεραπευόμενους σε μια ομάδα με το όνομα GOALS (σ.μ. στόχοι), σχεδιασμένο από εξωτερικό συντονιστή. Τα αρχικά σημαίνουν «Gaining Opportunities And Living Skills» (κερδίζοντας ευκαιρίες και δεξιότητες διαβίωσης) και έχει σχεδιαστεί για να διδάξει στους συμμετέχοντες τα “δέκα κλειδιά της επιτυχίας». Η συντονίστρια το παρουσιάζει ως μάθημα κατάκτησης της επιτυχίας σε διάφορα περιβάλλοντα, συμπεριλαμβανομένων και εταιρειών που ενδιαφέρονται να ενισχύσουν τα κίνητρα των εργαζομένων τους.

Η ομάδα GOALS επικεντρώνεται στην ενθάρρυνση των συμμετεχόντων να αναλάβουν την ευθύνη των πράξεών τους, να αναγνωρίσουν το γεγονός ότι υπάρχει πάντα μια επιλογή, και να μάθουν πώς να αφήσουν πίσω τους το παρελθόν. Το έντυπο υλικό του μαθήματος περιλαμβάνει μια πληθώρα από αποσπασματικές πιασάρικες φράσεις διανοητών, φιλοσόφων και διασημοτήτων. Η θετική σκέψη και η διαχείριση του θυμού αποκτούν προτεραιότητα και η υπεύθυνη χρησιμοποιεί παραδείγματα για την προσωπική ευθύνη και τη διαθεσιμότητα των επιλογών. Μεταξύ άλλων, χρησιμοποιεί το παράδειγμα της ηλικίας για ανάληψη ποινικών ευθυνών (την ηλικία των 10) στο Ηνωμένο Βασίλειο και υποστηρίζει ότι από αυτή την ηλικία οι άνθρωποι είναι σε θέση να καταλάβουν τη διαφορά μεταξύ σωστού και λάθους (και κατά συνέπεια να αναλάβουν την ευθύνη και να πληρώσουν τις συνέπειες των πράξεών τους). Το επόμενο παράδειγμα μιλάει για έναν άνθρωπο που υποστήριζε ότι δεν είχε άλλη επιλογή από το να κλέβει για να ταΐσει τα παιδιά του. Για άλλη μια φορά, παρουσιάζονται στην ομάδα εναλλακτικές επιλογές, όπως οι τράπεζες τροφίμων (food banks) ή το ψάξιμο για τροφή στα σκουπίδια, προκειμένου να αποφευχθεί η παραβατικότητα. Και τέλος, όσον αφορά στον θυμό, οι συμμετέχοντες καλούνται να αφήσουν πίσω το παρελθόν για το δικό τους καλό και να μάθουν πώς να ξεχνούν και να συγχωρούν.

Σιγά σιγά και μέσα από μια σειρά παραδειγμάτων, δημιουργείται ένα σύστημα αξιών με βάση την προσωπική ευθύνη και την ταύτιση της νομιμότητας με τη δικαιοσύνη. Είναι επίσης ενδιαφέρον το ότι, αν και τα παραδείγματα που χρησιμοποιούνται καθ ‘όλη τη διάρκεια του μαθήματος δεν αναφέρουν άμεσα την εξάρτηση από τα ναρκωτικά και το αλκοόλ, η υποδήλωση είναι προφανής: η υπακοή και η νομιμότητα συνεπάγονται μια καθαρή και ευτυχισμένη ζωή, ενώ η ανυπακοή και η αντίσταση συνεπάγονται τον κοινωνικό αποκλεισμό και την υποτροπή. Και είναι η επιβολή τέτοιων εξισώσεων που καθιστούν το συγκεκριμένο θεραπευτικό μοντέλο όχι μόνο άκυρο, αλλά και ανήθικο και επικίνδυνο. Αν υπάρχει ένα κοινό, καθολικό συναίσθημα ανάμεσα στους ανθρώπους που έχουν βιώσει την εξάρτηση από τα ναρκωτικά, αυτό είναι της ενοχής και της ντροπής. Επιπλέον, η πορεία προς την απεξάρτηση δεν είναι εύκολη. Περιλαμβάνει συνήθως πολύ πόνο, απογοητεύσεις, καθώς και την αίσθηση της ήττας. Όλα αυτά βάζουν το άτομο που ζητά βοήθεια σε μια ευάλωτη αλλά και πολύ σεβαστή θέση. Η χειραγώγηση όμως σίγουρα δεν είναι ο τρόπος για να δείξουμε σεβασμό. Η στρατηγική της κυβέρνησης για τα ναρκωτικά ωθεί σε μια διαδικασία απεξάρτησης που πατάει πάνω στην ενοχή και το θυμό των ανθρώπων –αποτέλεσμα, σε πολλές περιπτώσεις, προσωπικού όσο και κοινωνικού πόνου)–, για να δημιουργήσουν υπάκουους, λειτουργικούς και παραγωγικούς πολίτες. Αν και οι βασικές αρχές μοιάζουν αρκετά στα περισσότερα μοντέλα θεραπείας, το σκεπτικό πίσω από αυτές είναι εντελώς διαφορετικό. Η βία και η παραβατικότητα για παράδειγμα, αποτελούν «όριο» στα περισσότερα μοντέλα θεραπείας σ’ όλο τον κόσμο, όχι επειδή «δεν είναι σωστό», αλλά επειδή αντικατοπτρίζει, σε πολλές περιπτώσεις, έναν τρόπο ζωής που υιοθετήθηκε κατά τη διάρκεια της περιόδου του εθισμού και φέρει αρνητικούς συνειρμούς στα άτομα που βρίσκονται σε θεραπεία. Επιπλέον, η διασύνδεση της παραβατικότητας, της εγκληματικότητας και τελικά της εξάρτησης από τα ναρκωτικά με την αντίσταση στην κοινωνική αδικία και με κάθε συμπεριφορά που έρχεται σε αντίθεση με τα κοινωνικά πρότυπα συνιστά άλλη μια προσπάθεια χειραγώγησης ανθρώπων που διανύουν μια πολύ ευαίσθητη περίοδο της ζωής τους και μας πάει πίσω στην αρχική θέση αυτού του κειμένου, ότι η στρατηγική της κυβέρνησης για τα ναρκωτικά δεν είναι η υποστήριξη των ατόμων που ζητούν βοήθεια, αλλά η δημιουργία «ασφαλών κοινοτήτων» και η επιβολή της κοινωνικής σταθερότητας. Τέλος, παίζοντας το χαρτί της προσωπικής ευθύνης, η κυβέρνηση αποπειράται να αποσείσει από τους ώμους του κράτους την ευθύνη για την κοινωνική αδικία και τον κοινωνικό αποκλεισμό.

Η υποταγή σε μία ουσία είναι το αποτέλεσμα του πρωταρχικού φόβου ενός ατόμου να σταθεί απέναντι στον κόσμο με καθαρό μυαλό. Και αυτός ο φόβος δεν είναι επιλογή, αλλά αποτέλεσμα της περιθωριοποίησης από νεαρή ηλικία των ατόμων που αδυνατούν να ταυτιστούν με τις κυρίαρχες κοινωνικές αφηγήσεις και να προσαρμοστούν στους κανόνες των θεσμών. Η αποτυχία εδώ δεν είναι προσωπική, αλλά συστημική και έχει τις ρίζες της στην άνωθεν επιβολή των κοινωνικών κανόνων. Η προσέγγιση της κυβέρνησης όσον αφορά στην εξάρτηση γεννάει ένα φαύλο κύκλο που αναπαράγει τους κανόνες, τους περιορισμούς και την καταπίεση, ακόμα και στον προσωπικό και –θεωρητικά– απαλλαγμένο από κάθε φόβο χώρο της απεξάρτησης.

Όλα αυτά δε συνεπάγονται ότι η προσωπική ευθύνη δεν υπάρχει και ότι δεν παίζει σημαντικό ρόλο στην απεξάρτηση. Συνυπάρχει όμως, με την κοινωνική και συλλογική ευθύνη και δεν ισχύει μόνο για τους πρώην χρήστες ναρκωτικών, αλλά και για όλους τους άλλους γύρω τους, συμπεριλαμβανομένων των θεραπευτών, των ερευνητών, των κέντρων απεξάρτησης, των φορέων χάραξης πολιτικής κλπ. Στόχος της απεξάρτησης δεν είναι (μόνο) η υγεία, η εργασία και η οικογένεια. Η θεραπεία είναι και πράξη αντίστασης, μια απόδραση από την άσκοπη ρουτίνα και μια επιθυμία για ελευθερία. Επομένως, η εξάρτηση μπορεί να αντιμετωπιστεί μόνο σε ένα περιβάλλον που προσφέρει στους ανθρώπους την ελευθερία να κάνουν τις δικές τους επιλογές, χωρίς κοινωνικές απαιτήσεις, απαλλαγμένοι από την ενοχή της αποτυχίας να αναπαράγουν στερεότυπα.

[1] Αυτό το κείμενο βασίζεται στην στρατηγική της προηγούμενης κυβέρνησης για τα ναρκωτικά, τα αποτελέσματα της οποίας είναι πλέον αναπόσπαστο στοιχείο των πρακτικών των υπηρεσιών για τα ναρκωτικά. Παρόλο που η νέα συντηρητική κυβέρνηση δεν έχει ακόμη δημοσιεύσει τη στρατηγική της για τα ναρκωτικά για τα επόμενα πέντε χρόνια, είναι αρκετά ασφαλές να πούμε ότι αναμένεται να ακολουθήσει παρόμοια ατζέντα, δεδομένου ότι είναι οι εμπνευστές της σημερινής στρατηγικής για τα ναρκωτικά ούτως ή άλλως.

This article is also available in:

Translate this in your language

Like this Article? Share it!

Leave A Response