Saturday 25th March 2017
x-pressed | an open journal
May 10, 2015
May 10, 2015

Διασώσεις στη Μεσόγειο… ή αλλιώς η στρατιωτικοποίηση της μετανάστευσης

Author: Anna Papoutsi
Categories: Borders, Dialogues
This article is also available in: enes
Διασώσεις στη Μεσόγειο… ή αλλιώς η στρατιωτικοποίηση της μετανάστευσης

Συνέντευξη με τον Αποστόλη Φωτιάδη, δημοσιογράφο και συγγραφέα του βιβλίου «Έμποροι των συνόρων – Η Νέα Ευρωπαϊκή Αρχιτεκτονική Επιτήρησης», @Balkanizator

Μέσα σε μία μόνο βδομάδα πνίγηκαν περισσότεροι από 1.200 μετανάστες στη Μεσόγειο, ανεβάζοντας έτσι τον συνολικό αριθμό των επίσημα καταγεγραμμένων νεκρών από την αρχή του χρόνου στους 1.750. Με άλλα λόγια, μέσα σε 4 μήνες έχουμε ήδη τους μισούς νεκρούς του 2014, που αποτελούσε μέχρι τώρα χρονιά-ρεκόρ. Πώς εξηγείται αυτή η ραγδαία αύξηση;

Καθαρά στατιστικά αυτό ερμηνεύεται από τις πολιτικές εξελίξεις του τελευταίου ενάμιση χρόνου ή και λιγότερο, των τελευταίων 9 μηνών, κυρίως επειδή η Ιταλία και η ΕΕ έκαναν μία συμφωνία η οποία αντικατέστησε μια επιχείρηση που είχε ως στόχο τη διάσωση στην περιοχή της Μεσογείου με μία άλλη επιχείρηση η οποία έχει ως προτεραιότητα τη φύλαξη των εξωτερικών συνόρων. Η απουσία δηλαδή των δυνάμεων που πριν έκαναν τη διαφορά διασώζοντας πάρα πολύ κόσμο ήταν ο βασικός λόγος γι αυτήν τη στατιστική αύξηση. Γενικότερα, αυτό εκφράζεται ως μία δυναμική μέσα στην ΕΕ και τους ευρωπαϊκούς θεσμούς οι οποίοι προσπαθούν να μπλοκάρουν τη διεύρυνση των διασώσεων με βασικό επιχείρημα ότι δημιουργούν πόλο έλξης των μεταναστευτικών ροών προς την Ευρώπη.

Στο βιβλίο αναλύεις αυτήν τη στροφή της ευρωπαϊκής μεταναστευτικής πολιτικής από την έρευνα και διάσωση στο δόγμα της ασφάλειας. Με αφορμή και το τελευταίο πολύνεκρο ναυάγιο στα ανοιχτά της Λιβύης αυτή η στροφή αποτυπώθηκε ρητά στο κοινό ανακοινωθέν της Συνόδου Κορυφής. Μπορείς να συνοψίσεις τις αποφάσεις της συνόδου σε αυτό το πλαίσιο;

Η εικόνα της τελευταίας συνόδου προσιδιάζει σε κάτι που έχει συμβεί ξανά στο παρελθόν, μετά το πρώτο μεγάλο δυστύχημα νότια της Λαμπεντούζα τον Οκτώβριο του 2013. Οι Ευρωπαίοι ηγέτες είχαν ουσιαστικά ξαναντιμετωπίσει το γεγονός με την ίδια ανθρωπιστική ρητορική, ενώ παρασκηνιακά προωθούσαν μια πολιτική που περιγράφει κανείς ως δόγμα ασφάλειας και της οποίας το αποτέλεσμα είναι η στρατιωτικοποίηση της περιοχής. Η πρόσφατη σύνοδος έχει παρόμοια χαρακτηριστικά. Ενώ δηλαδή αρχικά, πηγαίνοντας προς την σύνοδο, οι Ευρωπαίοι ηγέτες μιλούσανε για ανθρώπινες τραγωδίες και για τις ευθύνες της Ευρώπης στα 10 σημεία του σχεδίου δράσης που προέκυψε από τη Σύνοδο, όπως τα δημοσίευσε η Ευρωπαϊκή Επιτροπή, ουσιαστικά βλέπει κανείς ότι ούτε οι διασώσεις, ούτε άλλου είδους μέτρα, όπως το άνοιγμα νόμιμων διελεύσεων προς την Ευρώπη για όσους θέλουν να φτάσουν μέχρι εδώ και να ζητήσουν προστασία, υιοθετούνται. Αντίθετα, προτάσσονται διαρκώς μέτρα τα οποία σπρώχνουν προς την αντίθετη κατεύθυνση. Είναι χαρακτηριστικό, για παράδειγμα, ότι η λέξη διάσωση δεν υπάρχει πουθενά στο κείμενο της Επιτροπής όπως δημοσιεύτηκε μετά τη Σύνοδο, ενώ διάφορα μέτρα που συνδέονται με το δόγμα της εξωτερίκευσης, της τάσης δηλαδή να σπρωχθούν οι πληθυσμιακές ροές έξω από τα όρια ευθύνης της ΕΕ –βασικό πρόταγμα των συντηρητικών δυνάμεων αυτήν την στιγμή–, είναι ιδιαίτερα παρόντα στα σημεία.

Όπως μόλις περιέγραψες, είναι πλέον ξεκάθαρη η στόχευση της ΕΕ να εξωτερικεύσει τον έλεγχο των συνόρων της. Βέβαια, στην πράξη αυτό συμβαίνει ήδη εδώ και καιρό: στην ουσία μέσω διμερών συμφωνιών, με αντάλλαγμα κονδύλια και άλλα κίνητρα, και συνήθως υπό τον μανδύα της εκπαίδευσης και της μεταφοράς τεχνογνωσίας, οι γειτονικές μας χώρες ασκούν συνοριακό έλεγχο εκ μέρους της Ευρώπης, κάνοντας μάλιστα τη βρώμικη δουλειά. Ποια είναι η λογική πίσω από την εξωτερίκευση των συνόρων και ποιες οι επιπτώσεις;

Η λογική της εξωτερίκευσης υπάρχει και ενδο-ευρωπαϊκά, δηλαδή μεταξύ κρατών-μελών, και εκφράζεται κυρίως από τη φιλοσοφία του κανονισμού του Δουβλίνου – όχι τόσο πολύ από τον ίδιο τον κανονισμό. Είναι ένας κανονισμός ο οποίος ιδανικά θα εξωτερίκευε την ευθύνη για τη διαχείριση των αιτούντων άσυλο προς τις χώρες εισόδου, δηλαδή προς τις χώρες του νότου. Σε ένα δεύτερο επίπεδο, υπάρχει και μεταξύ της ΕΕ και Τρίτων Χωρών. Αυτή είναι μια κουβέντα η οποία έχει επικαιροποιηθεί και μετά από-επικαιροποιηθεί αρκετές φορές στην διάρκεια των τελευταίων 15 ετών. Υπάρχει δηλαδή ιστορικό προηγούμενο. Αυτήν τη στιγμή επικαιροποιείται πάρα πολύ γιατί, στο μυαλό αυτών που δημιουργούν πολιτική –συντηρητική πολιτική– για τα εξωτερικά σύνορα και το μεταναστευτικό, αρχίζει και γίνεται εμφανές κάτι πολύ συγκεκριμένο: ότι όλη η υποδομή της ευρωπαϊκής μεταναστευτικής πολιτικής, όπως αυτή έχει στηθεί πάνω στο Σύμφωνο για τη Μετανάστευση και το Άσυλο από το 2008 και μετά, ουσιαστικά αδυνατεί να παρακολουθήσει την εξέλιξη της πραγματικότητας. Εκείνο το Σύμφωνο δημιουργούσε μια υποδομή η οποία θα διαχειριζόταν μικτές ροές και θα επέστρεφε πληθυσμούς εκτός ΕΕ, αφήνοντας ένα μικρό ποσοστό αυτών που δικαιούνται προστασία εντός και συνδιαχειρίζοντάς τους. Έχοντας αλλάξει η πραγματικότητα, αφού το 2008 δεν υπήρχε ούτε Αραβική Άνοιξη, ούτε η κρίση στη Μέση Ανατολή, ούτε ο πόλεμος στη Συρία, το σύστημα έρχεται πια αντιμέτωπο με σχεδόν αμιγώς προσφυγικές ροές. Επομένως, η λογική της εξωτερίκευσης όπως είχε ενσωματωθεί στο Σύμφωνο δεν μπορεί να λειτουργήσει πολύ αποδοτικά προς μια συντηρητική κατεύθυνση. Οπότε, το συντηρητικό πρόγραμμα μέσα στην ΕΕ αρχίζει και αναζητά ξανά ένα νέο παράδειγμα το οποίο ουσιαστικά θα περιορίζει όλη αυτήν την πραγματικότητα εκτός των ορίων, έτσι ώστε να είναι εκ νέου διαχειρίσιμη. Αυτή είναι η βασική αντίφαση της εποχής και πάνω σε αυτήν αναδεικνύεται και αυτό το δόγμα της εξωτερίκευσης.

Έχεις ερευνήσει εκτενώς την επιχείρηση Mare Nostrum και τη σκιώδη της πλευρά. Πώς έχουν συνεισφέρει τέτοιες επιχειρήσεις στη στρατιωτικοποίηση των συνοριακών ελέγχων; Τι μπορείς να μας πεις για την παράλληλη-με-την-διάσωση στόχευση τέτοιων επιχειρήσεων, τις κρυφές τους πλευρές και τη συνεργασία πολιτικού και στρατιωτικού προσωπικού που συχνά τις συνοδεύουν;

Το θετικό της Mare Nostrum ήταν ότι όντως εκτόξευσε τα νούμερα των ανθρώπων που σώζονταν στα διεθνή ύδατα. Το αρνητικό στοιχείο που εντοπίζω εγώ μέσα από την έρευνα είναι ότι ταυτόχρονα δημιούργησε ένα πλαίσιο μέσα στο οποίο η διάκριση  ευθύνης μεταξύ του πολιτικού πεδίου και του στρατιωτικού πεδίου αμβλύνθηκε σε τέτοιο βαθμό που διαχύθηκε το στρατιωτικό μέσα στο πολιτικό. Υπήρχε δηλαδή μια παθητική στρατιωτικοποίηση, παρότι οι στόχοι μπορεί να ήταν θετικοί σε αυτήν την περίπτωση. Όλες αυτές οι περιγραφές περί πολιτικού προσωπικού που προσφέρει υπηρεσίες πάνω σε στρατιωτικά πλοία είναι ουσιαστικά προς αυτήν την κατεύθυνση· προσπαθούν να εξηγήσουν αυτήν την τάση. Το αποτέλεσμα αυτής της τάσης πιστεύω ότι φαίνεται στις μέρες μας από το ότι ο διάλογος για το τι μέτρα θα παρθούν για την ασφάλεια και για τον έλεγχο της περιοχής ουσιαστικά γίνεται πλέον από πηγές που έχουν καθαρά στρατιωτικό background, δηλαδή στρατιωτικούς οι οποίοι συνομιλούν για την διαχείριση της μετανάστευσης, η οποία, ωστόσο, δεν είναι στρατιωτικό θέμα· δεν γίνεται κάποιος πόλεμος. Φαίνεται από την ορολογία, η οποία προέρχεται από ανθρώπους που σκέφτονται με αυτού του είδους τη φιλοσοφία, μια στρατιωτικοποιημένη αντίληψη και φιλοσοφία για το θέμα, και από το ότι τα μέσα τα οποία προτείνονται –χωρίς καμία απολύτως κριτική– μπορεί να είναι αμιγώς στρατιωτικά. Για παράδειγμα, στη διάρκεια της περασμένης εβδομάδας, η Γερμανία μέσω ενός ασαφούς πλαισίου εντολής, αποφάσισε και δέσμευσε δύο στρατιωτικά σκάφη της, τα οποία συνεπικουρούν τις επιχειρήσεις διάσωσης που άτυπα προκύπτουν μετά την τελευταία τραγωδία στην Λαμπεντούζα, ουσιαστικά επειδή υπάρχει ανάγκη πολιτικής διαχείρισης. Δηλαδή, αυτήν την στιγμή η Ευρώπη εφαρμόζει πολιτική με αμιγώς στρατιωτικά μέσα όσον αφορά στο ζήτημα της μετανάστευσης. Αυτό έγινε, πιστεύω, διότι επιχειρήσεις οι οποίες έσμιγαν αυτά τα δύο χαρακτηριστικά, όπως η Mare Nostrum, έχουν προλειάνει το έδαφος για να φτάσουμε εκεί. Αυτή είναι ουσιαστικά η παθητική στρατιωτικοποίηση.

Τι ακριβώς εννοούμε όταν μιλάμε για στρατιωτικοποίηση της ευρωπαϊκής μεταναστευτικής πολιτικής;

Με τον όρο στρατιωτικοποίηση εννοούμε πάρα πολλά πράγματα. Αυτό για το οποίο μιλήσαμε μέχρι τώρα είναι η στρατιωτικοποίηση της παραγωγής πολιτικής και της εφαρμογής της. Υπάρχει ένα άλλο επίπεδο στρατιωτικοποίησης το οποίο αφορά στη σχέση της στρατιωτικής βιομηχανίας με τα κέντρα που εκπονούν πολιτική.

Το οποίο μας φέρνει στη σχέση μεταξύ της βιομηχανίας των συνόρων και της Ευρωπαϊκής Επιτροπής. Ακολουθώντας τα χρήματα, στο βιβλίο συνεχώς καταλήγεις στην Κομισιόν. Πώς οδηγηθήκαμε στη γιγάντωση αυτής της βιομηχανίας; Ποιος αποφασίζει για την έρευνα και την ανάπτυξη; Ποιος ο ρόλος της πρώην επιτρόπου Μαλμστρομ (νυν Επίτροπος Εμπορίου) στην ένταση της στρατιωτικοποίησης του μεταναστευτικού; Ποια είναι τα λόμπι που πιέζουν προς την κατεύθυνση της στρατιωτικοποίησης της μετανάστευσης; Μπορείς να μας πεις ονόματα εταιριών, επιχειρηματιών και χωρών; Ποιος πλουτίζει από τη βιομηχανία της ασφάλειας;

Οι σχέσεις της στρατιωτικής βιομηχανίας με τα ευρωπαϊκά κέντρα παραγωγής πολιτικής είναι ένα δεύτερο επίπεδο της ίδιας ιστορίας και ίσως είναι και η βάση πάνω στην οποία στήνεται η εικόνα που βλέπουμε να δημιουργείται στη Μεσόγειο το τελευταίο διάστημα. Πρόκειται για μια σχέση που δημιουργείται σε βάθος χρόνου, προ δεκαετίας, είναι μια σχέση συνδιαλλαγής και διαπλοκής μεταξύ των οργανωμένων οικονομικών συμφερόντων και των εκπροσώπων τους, και των Ευρωπαίων πολιτικών ηγετών, οι οποίοι ζούνε και ασκούνε πολιτική σε έναν χώρο που βρίσκεται μακριά από τον διαρκή έλεγχο των ευρωπαϊκών κοινωνιών. Αυτό είναι ένα πρόβλημα που περιγράφεται και από τον όρο «έλλειμμα δημοκρατίας» στον  οποίο αναφέρονται διάφοροι όταν μιλούν για την ΕΕ. Οι κερδισμένοι σε αυτήν την ιστορία είναι δύο: οι πολιτικοί και η βιομηχανία. Οι πολιτικοί προωθούν τις καριέρες τους συμμαχώντας ουσιαστικά με τα οργανωμένα οικονομικά συμφέροντα, συνδιαμορφώνοντας την πραγματικότητα. Αυτήν τη σχέση τη βλέπει κανείς ξεκάθαρα στο πώς οργανώνεται, για παράδειγμα, το πλαίσιο έρευνας και καινοτομίας της Ευρωπαϊκής Επιτροπής για τα θέματα ασφαλείας, όπου, σύμφωνα με έρευνες που έχουν γίνει από την Επιτροπή Πολιτικών Ελευθεριών του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου (LIBE), υποθάλπεται μια σχέση διαπλοκής μεταξύ βιομηχανίας και πολιτικών, ενώ όλες οι κριτικές φωνές που θα μπορούσαν να προβάλλουν αντεπιχειρήματα ουσιαστικά δεν έχουν προσκληθεί και δεν έχουν λάβει καθόλου χώρο στην διαδικασία. Είναι μία έκθεση που έγινε από ακαδημαϊκούς και δημοσιεύτηκε πέρυσι από αυτήν την επιτροπή του Ευρωκοινοβουλίου, και η οποία καταλήγει στο εξής: «η έρευνα για την ασφάλεια θέτει την έρευνα στις υπηρεσίες της βιομηχανίας αντί της κοινωνίας». Αυτό διαφαίνεται ακόμα περισσότερο αν κανείς παρατηρήσει την υποστήριξη που έχει η βιομηχανία, επειδή πολλοί πολιτικοί πιστεύουν ότι, με αυτόν τον τρόπο, θα δημιουργήσουν θέσεις εργασίας και ανάπτυξη σε πάρα πολλούς τομείς της οικονομίας. Ωστόσο, το θέμα της προστασίας βασικών ελευθεριών και εχέγγυων για τη δημοκρατική διαδικασία μειώνεται σε ένα θέμα που διευκρινίζεται μέσα από συνομιλίες για οικονομικά θέματα, και που συνήθως αντιμετωπίζεται σαν εμπόδιο στην εξέλιξη της αγοράς και τη βελτίωση των προϊόντων που αυτή μπορεί να δημιουργήσει. Ουσιαστικά, περιγράφεται μια σχέση όπου, όποτε προκύπτει θέμα δημοκρατικών εχέγγυων και πολιτικών ελευθεριών, προβάλλεται στον διάλογο ως ένα πρόβλημα που πρέπει να αντιμετωπιστεί.

Έχεις ερευνήσει τον ρόλο της Frontex, η οποία είναι ο βασικός ευρωπαϊκός φορέας συνοριακής ασφάλειας και, όπως θα περίμενε κανείς, θα έπρεπε να μην παρεκκλίνει από το ευρωπαϊκό κεκτημένο (σεβασμός ανθρωπινών δικαιωμάτων, λογοδοσία κλπ). Πώς καταφέρνει λοιπόν η Frontex, ενώ παίζει τόσο σημαντικό ρόλο στον συντονισμό μεταξύ των κρατών-μελών, να αποφεύγει τον έλεγχο αλλά να μένει στο απυρόβλητο;

Το θέμα με τη Frontex είναι ότι είναι ένας πολύπλοκος μηχανισμός, τον οποίο πολλοί παρεξηγούν ως μία ευρωπαϊκή συνοριοφυλακή, ενώ στην πραγματικότητα είναι μια υπηρεσία που αναλύει δεδομένα και τροφοδοτεί τα κέντρα παραγωγής πολιτικής με πληροφορίες. Είναι δηλαδή περισσότερο μια υπηρεσία πληροφοριών η οποία είναι όντως δραστήρια στο πεδίο. Προστατεύεται από το να εκτίθεται σε ευθύνες, όπως περιγράφει πάρα πολύ καλά και σχετική έρευνα του Ευρωπαίου Διαμεσολαβητή, επειδή διαβιεί μέσα σε νομικό κενό, αποκαλώντας τον εαυτό της και θεωρούμενη πάντα ένας θεσμός που συμβουλεύει τα κράτη-μέλη για το πώς να δρουν στο πεδίο, και μη αποδεχόμενη  ευθύνες για παραβιάσεις δικαιωμάτων και για τα κακώς κείμενα που συμβαίνουν συνεχώς στο πεδίο. Υπάρχουν πολλές περιπτώσεις στις οποίες ο συγκεκριμένος θεσμός φαίνεται να εκτίθεται σε σχέση με αυτά τα θέματα αλλά δυστυχώς η πολιτική υποστήριξη μέσα στην Ευρωπαϊκή Επιτροπή και τους ευρωπαϊκούς θεσμούς γενικότερα και η υποστήριξη από τα οικονομικά συμφέροντα της στρατιωτικής βιομηχανίας είναι πάρα πολύ μεγάλη, ώστε κανείς να μην μπαίνει τελικά στην διαδικασία να ψάξει το θέμα του νομικού κενού και να αναζητήσει ευθύνες σχετικά με αυτό.

Μέσα σε αυτό το πλαίσιο, ποια είναι τα περιθώρια και ποιες οι επιλογές για μια μικρή χώρα σαν την Ελλάδα και την συγκυβέρνηση Συ.Ριζ.Α-ΑΝΕΛ; Για την περίπτωση της Ιταλίας, εξηγείς στο βιβλίο σου ότι η πολιτική που ακολούθησε με το Mare Nostrum απέδειξε ότι ένα μεγάλο κράτος-μέλος μπορεί, αν επενδύσει πολιτικό κεφάλαιο και οικονομικούς πόρους, να ασκήσει πολιτική σε θέματα που κανονικά διαμορφώνονται σε ευρωπαϊκό επίπεδο, ακόμα και να ανατρέψει τον συσχετισμό δυνάμεων.

Στην περίπτωση της Ελλάδας, σε μια περίοδο κατά την οποία μια νέα κυβέρνηση προσπαθεί να αλλάξει τους όρους με τους οποίους εφαρμόζεται η πολιτική για το μεταναστευτικό, είναι ολοφάνερο ότι μιλάμε για περιορισμένες δυνατότητες, τόσο σε επίπεδο επιρροής της πολιτικής σε κεντρικό επίπεδο όσο και στις δυνατότητες εφαρμογής συνολικά άλλου μοντέλου διαχείρισης της μετανάστευσης. Από τη μία πλευρά, η συγκεκριμένη κυβέρνηση ουσιαστικά είναι μόνη της στην προσπάθεια προβολής του ανθρωπιστικού σκέλους εις βάρος των ζητημάτων ασφαλείας. Κι αυτό είναι μια ισορροπία η οποία δεν πρόκειται να αλλάξει. Από την άλλη, είναι σημαντικό να υπάρχει ένα στίγμα πάνω στο οποίο να μπορεί να στήνεται κάποιος αντίλογος. Ωστόσο, πρέπει κανείς να αντιλαμβάνεται τα όρια σε σχέση και με τις δυνατότητες που έχει η κυβέρνηση αυτή να επηρεάσει το κεντρικό πολιτικό σκηνικό προτάσσοντας ένα εναλλακτικό επιτυχημένο μοντέλο διαχείρισης του προβλήματος. Είναι πολύ δύσκολο να ξέρει κανείς πώς θα εξελιχθεί αυτή η προσπάθεια, τώρα πια σε τοπικό επίπεδο, διότι φέτος υπάρχει μια έκρηξη των προσφυγικών ροών και δεν υπάρχει ικανό σύστημα υποδομής που να λειτουργεί ήδη. Διοικητικά και γραφειοκρατικά, η αλλαγή μοντέλου και ο συντονισμός του με τα ευρωπαϊκά κέντρα και τα νέα ευρωπαϊκά ταμεία είναι χρονοβόρα διαδικασία. Η έλλειψη συνεργασίας μεταξύ των αρχών μέσα στη χώρα είναι ένα άλλο θέμα που θα πρέπει να αντιμετωπιστεί, και φυσικά η οργάνωση ενός καινούριου υπουργείου και καινούριων πολιτικών υποδομών είναι μια ακόμα πρόκληση που πρέπει να ξεπεραστεί. Οπότε, γενικώς θα είναι πάρα πολύ δύσκολο να δημιουργηθούν απτά αποτελέσματα που μετά θα προβληθούν ως κάτι το οποίο προκαλεί τον κεντρικό σχεδιασμό, αποδεικνύοντας ότι κάτι άλλο είναι εφικτό. Ωστόσο, όσο καλύτερα πάει, όσο πιο επιτυχημένο είναι, τόσο σημαντικότερο για τη γενικότερη κουβέντα που διεξάγεται στην Ευρώπη. Πάντως δεν είναι πολύ εύκολα τα πράματα και δεν μπορεί κανείς να είναι και πολύ αισιόδοξος σε σχέση με αυτό.

Τον Οκτώβριο του 2013, μετά το ναυάγιο στη Λαμπεντούζα, το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο ψήφισε υπέρ της εφαρμογής του EUROSUR ως το απόλυτο εργαλείο διάσωσης. Όπως παρουσιάζεις στο βιβλίο σου, το EUROSUR δεν έχει καμία σχέση με τη διάσωση αλλά είναι ένα πανάκριβο συγκεντρωτικό πανοπτικό σύστημα επιτήρησης και αστυνόμευσης των συνόρων, το οποίο σχεδιαζόταν από το 2006. Ποιος ο ρόλος του EUROSUR στην ανάπτυξη και χρησιμοποίηση των μη επανδρωμένων αεροσκαφών και τη στρατιωτικοποίηση του μεταναστευτικού;

Το EUROSUR είναι ένα εργαλείο, είναι ένας μηχανισμός που θα συλλέγει δεδομένα από τα ευρωπαϊκά εξωτερικά σύνορα και θα τα επεξεργάζεται σε τοπικό επίπεδο, πριν τα διαθέσει στον κεντρικό διαχειριστή που είναι η Frontex στη Βαρσοβία και στα υπόλοιπα κράτη-μέλη. Ο στόχος είναι δηλαδή να δημιουργήσει μία ζωντανή εικόνα παρακολούθησης της λεκάνης της Μεσογείου και ευρύτερα, σχεδόν σε πραγματικό χρόνο. Ακόμα είναι υπανάπτυκτο σε σχέση με αυτόν τον στόχο . Η πολιτική γύρω από το EUROSUR και το πώς αυτό γίνεται, ως πρόταγμα, η δικαιολογία για την Επιτροπή ώστε να διαμορφώσει προγράμματα απόκτησης μη επανδρωμένων αεροσκαφών (drones) για τις χώρες του νότου ή να προωθήσει άλλα συστήματα επιτήρησης και να εμβαθύνει τις σχέσεις της με τη στρατιωτική βιομηχανία και πάει λέγοντας, είναι ένα πολύ πιο ενδιαφέρον θέμα στο πεδίο της πολιτικής. Αυτό το λέω γιατί το εργαλείο μπορεί να πουλιέται όπως θέλει ο πολιτικός να το παρουσιάσει· είναι ένα σύστημα, όποιος θέλει θα το χρησιμοποιήσει για τους λόγους που θέλει. Δεν καταδικάζει κανείς την εξέλιξη της τεχνολογίας γενικότερα, δεν είναι ο στόχος να τη δαιμονοποιήσουμε. Το θέμα είναι μέσα σε ποιο ρυθμιστικό πλαίσιο και με ποιους πολιτικούς στόχους δημιουργούνται αυτά τα συστήματα και εκεί είναι ξεκάθαρο ότι η Κομισιόν έχει κάνει ουσιαστικά μια επιλογή υιοθέτησης της ατζέντας της στρατιωτικοποίησης όπως την έχει φανταστεί η βιομηχανία, και το EUROSUR είναι ένας βασικός στόχος μέσα σε αυτήν τη διαδικασία. Η τότε Επίτροπος Εσωτερικών Υποθέσεων και Μετανάστευσης, Σεσίλια Μάλμστρομ, το είχε πουλήσει ως έναν θεσμό, και υπάρχουν και άρθρα πρόσφατα στο site της Frontex που το παρουσιάζουν ως ένα σύστημα που θα βοηθάει στον εντοπισμό και τη διάσωση, κάτι που μπορεί να είναι και αλήθεια εν μέρει, αλλά όλη η πραγματικότητα από πίσω λέει ότι ήταν ένα βασικό επιχείρημα για την Κομισιόν ώστε να προωθήσει ραγδαία και να χρηματοδοτήσει αδρά όλο το δόγμα ασφάλειας και στρατιωτικοποίησης της μεταναστευτικής πολιτικής και της πολιτικής για τα εξωτερικά σύνορα.

Πες μας και λίγα λόγια για το βιβλίο και την έρευνά σου, πόσο εύκολη ή δύσκολη ήταν η πρόσβαση σε πληροφορίες;

Τα δύο βασικά θέματα σε σχέση με τη δουλειά είναι ότι πολύς όγκος από αυτές τις εξελίξεις και τις πληροφορίες είναι διασκορπισμένος μέσα στα προϊόντα της ευρωπαϊκής γραφειοκρατίας, η οποία είναι ένας πραγματικός λαβύρινθος μέσα στον οποίο αρκετά συχνά, επιτηδευμένα ή όχι, πολλά πράγματα εξαφανίζονται, οπότε το ψάξιμο είναι πραγματικά κοπιαστικό και είναι και μια διανοητική άσκηση αντοχής. Και το δεύτερο είναι η πρόσβαση και η συνεργασία με ανθρώπους που είναι στα κέντρα πληροφορίας ή κοντά σε αυτά. Λένε συνήθως ότι όταν κανείς δεν σου δίνει πληροφορίες είσαι σε καλό δρόμο, κι όταν σε εμποδίζει από το να τις αποκτήσεις είσαι σε ακόμα καλύτερο. Στην διάρκεια αυτής της έρευνας, το δυσκολότερο σημείο ήταν κάπου ανάμεσα σε αυτά τα δύο. Δυστυχώς, ακόμα και εκπρόσωποι πολιτικών ιδεών που θα περίμενες ότι θα ήταν σύμμαχοι σε αυτήν την διαδικασία, δεν αποδείχτηκαν σύμμαχοι, είτε λόγω αδιαφορίας, είτε λόγω έλλειψης αντίληψης του θέματος, είτε πολλές φορές επειδή η πολιτική σκέψη είναι πολύ πιο πολύπλοκη, και άρα σκέφτονται σε πολύ διαφορετικό πεδίο από το ξεκάθαρα δημοσιογραφικό που είναι απλά η αποκάλυψη της πληροφορίας. Γενικώς ήταν δύσκολο. Πολλές φορές ήταν εκπληκτικό ότι άνθρωποι, οι οποίοι θα περίμενες να είναι λιγότερο καλοί συνομιλητές λόγω αντιθέσεων και αντιπαραθέσεων στα επιχειρήματα, αποδείχτηκαν καλύτεροι στη διάρκεια αυτής της έρευνας από ό,τι άλλοι που θα περίμενες να είναι σύμμαχοι.

Υπάρχει κάτι που θα ήθελες να προσθέσεις;

Τις επόμενες μέρες, έχει μεγάλη σημασία να δει κανείς τη νέα στρατηγική για τη μετανάστευση που θα βγει από τον Επίτροπο Εσωτερικών Υποθέσεων και Μετανάστευσης, τον Δημήτρη Αβραμόπουλο, και η οποία θα εκφράζει και το που θέλει η Επιτροπή Γιούνκερ να πάει τα πράγματα. Γενικώς παίζεται ένα τεράστιο πολιτικό παιχνίδι όλον αυτόν τον καιρό, με κέντρα να σπρώχνουν αυτό το δόγμα εξωτερίκευσης και να προσπαθούν να δημιουργήσουν προηγούμενο ώστε η Ευρώπη να κλείσει ακόμα περισσότερο τα σύνορά της. Είναι κάτι το οποίο έχει σημασία να παρακολουθείται, και πάνω στο οποίο, εφόσον συμβεί, θα κάνει και το επόμενο μεγάλο βήμα όλο αυτό το οργανωμένο μόρφωμα οικονομικών συμφερόντων που περιγράψαμε πριν για περαιτέρω στρατιωτικοποίηση. Οπότε είναι μια κρίσιμη περίοδος αυτή, παρότι εμείς βλέπουμε μόνο το ανθρωπιστικό σκέλος και τα πτώματα στη Μεσόγειο. Ουσιαστικά, στα παρασκήνια, στις Βρυξέλλες και στα κλειστά δωμάτια στις πρωτεύουσες, γίνεται πάρα πολύ κουβέντα για το που θα πάει το πράγμα, και όσο περισσότερο το εκθέσουμε αυτό τόσο το καλύτερο.

AOemporoi_synoron-571x800

Λίγα λόγια για το βιβλίο: Η επίσημη ευρωπαϊκή μεταναστευτική πολιτική ερμηνεύεται όλο και συχνότερα ως θέμα ασφαλείας και συνυφαίνεται με τη ραγδαία στρατιωτικοποίηση των εξωτερικών ευρωπαϊκών συνόρων. Πρόκειται για ένα δόγμα που οι Ευρωπαίοι τεχνοκράτες έχουν πλήρως αφομοιώσει, και που η πρακτική εφαρμογή του συνδιαμορφώνεται πια με τα οργανωμένα συμφέροντα του βιομηχανικού συμπλέγματος που παράγει προϊόντα και υπηρεσίες ασφαλείας. Σ’ αυτή τη βάση, το σχετικό πλαίσιο έρευνας και ανάπτυξης της ΕΕ προσαρμόζεται στις ανάγκες του βιομηχανικού συμπλέγματος ασφαλείας. Η απουσία πολιτικού και δημοκρατικού ελέγχου των σχεδίων μιας μετα-δημοκρατικής ελίτ σίγουρα προβληματίζει. Εκείνο που σοκάρει όμως είναι η άγνοια των Ευρωπαίων για όσα συμβαίνουν στα όρια των κοινωνιών τους, στα σύνορα της Ευρώπης. Γι’ αυτό το λόγο, το παρόν βιβλίο είναι μια πρόσκληση σε κάθε Ευρωπαίο να ενημερωθεί και να πάρει μέρος σ’ αυτή τη συζήτηση.

Creative Commons License
Διασώσεις στη Μεσόγειο… ή αλλιώς η στρατιωτικοποίηση της μετανάστευσης by Anna Papoutsi is licensed under a Creative Commons Attribution-NonCommercial-NoDerivs 3.0 Unported License.

This article is also available in:

Translate this in your language

Like this Article? Share it!

Leave A Response