Tuesday 19th March 2019
x-pressed | an open journal
October 29, 2014
October 29, 2014

Διπλή απειλή: CETA και ΤΤΙΡ

Author: David Hervás Translator: Eleni Nicolaou
Source: Attac  Category: On the crisis
This article is also available in: enes
Διπλή απειλή: CETA και ΤΤΙΡ

Η Διατλαντική Συμφωνία Εμπορίου και Επενδύσεων, γνωστή με τα αρχικά ΤΤΙΡ (Transatlantic Trade and Investment Partnership) αρχίζει να γίνεται γνωστή στο ευρύτερο κοινό κυρίως χάρη στη δημόσια εκστρατεία που ξεκίνησε εναντίον της [1], σε άρθρα που είδαν το φως της δημοσιότητας [2] και σε δηλώσεις [3] εκπροσώπων της κοινοβουλευτικής αριστεράς. Ωστόσο, στα ΜΜΕ, οι διαπραγματεύσεις, που τοποθετούνται χρονικά τον Νοέμβριο του 2011, εμφανίστηκαν μετά την ομιλία του Μπαράκ Ομπάμα για το State of the Union [4] στις 12 Φεβρουαρίου του 2013. Στην ομιλία του αυτή, ο ένοικος του Λευκού Οίκου εκφράζει την πρόθεσή του να προωθήσει δύο περιφερειακές εμπορικές συμφωνίες, μία με τις χώρες που βρίσκονται και στις δύο πλευρές του Ειρηνικού (TPP ή Trans-Pacific Partnership) και μία με την Ευρωπαϊκή Ένωση.

Αμέσως μετά από αυτή την ανακοίνωση οργανώθηκαν εκστρατείες εναντίον των δύο συμφωνιών και ήδη, στις 17 του Μαρτίου 2013, ανακοινώσαμε στις σελίδες αυτού του blog τη γέννηση μιας εκστρατείας [5] κατά της ΤΤΙΡ, η οποία ακόμη και τότε ήταν γνωστή ως TAFTA [6].

Γιατί η ΤΤΙΡ δεν είναι μια απλή συμφωνία ελεύθερων συναλλαγών

Η ΤΤΙΡ δεν είναι μόνο μια δασμολογική συνθήκη. Αν συνέβαινε αυτό, θα ήταν πρακτικά άχρηστη, δεδομένου ότι οι δασμοί μεταξύ της ΕΕ και ΗΠΑ είναι ήδη πολύ χαμηλοί, με εξαίρεση τον τομέα της γεωργίας, όπου είναι υψηλότεροι από το μέσο όρο.

Η ΤΤΙΡ λέγεται συμφωνία για επενδύσεις, διότι έχει ως στόχο την επίτευξη ρυθμίσεων προστασίας των επενδύσεων που κάνουν οι ξένες εταιρείες σε μια χώρα. Δηλαδή των χρημάτων που επενδύονται από τις πολυεθνικές.

Οι στόχοι της ΤΤΙΡ είναι:

1. Επίτευξη κανονιστικής σύγκλισης: οι κανόνες που διέπουν το εμπόριο και τις επενδύσεις των ΗΠΑ και της Ευρώπης πρέπει να εναρμονιστούν. Δεδομένου ότι οι κανόνες αυτοί θεωρούνται μη δασμολογικά εμπόδια, επιδιώκεται η εναρμόνισή τους προς τα κάτω, ώστε να μεγιστοποιηθούν τα κέρδη των επιχειρήσεων. Οι απαιτήσεις των διαπραγματευτών είναι οι εξής:

– Η ΕΕ ζήτησε την κατάργηση του τραπεζικού κανονισμού, του νόμου Dodd-Frank, τον οποίον η κυβέρνηση Ομπάμα δυσκολεύτηκε πολύ να περάσει και ο οποίος έχει σχεδιαστεί για να αποτρέψει τις καταχρήσεις που οδήγησαν στις πτωχεύσεις των επενδυτικών τραπεζών της Wall Street που αποτέλεσαν τη θρυαλλίδα για την κρίση του 2008. Περισσότερο πιέζουν οι κυβερνήσεις του Ηνωμένου Βασιλείου και της Γερμανίας, παίζοντας τον ρόλο του συνηγόρου για λογαριασμό του Σίτυ και της Φρανκφούρτης αντίστοιχα. Προς το παρόν η Αμερική αντιστέκεται, παρά τις πιέσεις της Wall Street [7].

– Οι ΗΠΑ θέλουν να συμπεριλάβουν και την εργατική νομοθεσία. Υπενθυμίζουμε ότι η αμερικανική αγορά εργασίας έχει απορυθμιστεί, ότι οι ΗΠΑ δεν έχουν υπογράψει 6 από τις 8 συμβάσεις της Διεθνούς Οργάνωσης Εργασίας. Επίσης, σε 24 αμερικανικές πολιτείες ισχύουν εργασιακοί νόμοι, (οι αποκαλούμενοι right-to-work) που απαγορεύουν τις συλλογικές συμβάσεις.

– Επίσης, οι Αμερικανοί θέλουν την έγκριση για καλλιέργεια και κατανάλωση γενετικά τροποποιημένων οργανισμών (ΓΤΟ) καθώς και την κατάργηση της υποχρέωσης να αναγράφεται η παρουσία τους στις ετικέτες των προϊόντων.

– Οι ΗΠΑ θέλουν την άρση των απαγορεύσεων, δικαιοστασίων ή περιορισμών για την υδραυλική ρωγμάτωση (fracking).

– Οι αμερικανικές εταιρείες θέλουν την κατάργηση των κανόνων REACH [8] για τη χρήση τοξικών χημικών ουσιών καθώς και την κατάργηση της Ευρωπαϊκής Αρχής Προφύλαξης [9] που αποτρέπει τη διάθεση προϊόντων που μπορεί να θέσουν σε κίνδυνο την υγεία και επιτρέπει ακόμη και την απόσυρσή τους από την αγορά, εάν τα επιστημονικά δεδομένα δεν δείχνουν οριοθέτηση των κινδύνων για την υγεία των ανθρώπων, των ζώων, των φυτών και του περιβάλλοντος.

– Τα φαρμακευτικά λόμπι [10] ζητούν από την Ευρώπη την επέκταση της διάρκειας των πατεντών, τον περιορισμό ή την εξάλειψη της δικαιοδοσίας των κυβερνήσεων να καθορίζουν τις τιμές των φαρμάκων, και τον περιορισμό της διαφάνειας των κλινικών δοκιμών [11].

-Στον αγροτικό τομέα, εκτός από τη μείωση των δασμών, οι ΗΠΑ ζητούν την κατάργηση των Προστατευόμενων Ονομασιών Προέλευσης και των Προστατευόμενων Γεωγραφικών Ενδείξεων [12], διότι, όπως λένε, εμποδίζουν τις αμερικανικές εταιρείες να παράγουν, για παράδειγμα, κρασί Rioja ή τυρί ροκφόρ [13].

-Ορισμένες πολυσυζητημένες πρακτικές της αμερικανικής βιομηχανίας τροφίμων, απαράδεκτες για την Ευρώπη, θα δουν την άρση της απαγόρευσής τους, στο πλαίσιο της «κανονιστικής σύγκλισης»: κρέας από βοοειδή που τους έχουν χορηγηθεί ορμόνες ανάπτυξης (των οποίων η κατανάλωση συνδέεται με την εμφάνιση καρκίνου στον άνθρωπο), πουλιά βουτηγμένα σε χλώριο (απαγορευμένο στην ΕΕ από το 1997), τρόφιμα μολυσμένα με φυτοφάρμακα.

– Επιπλέον, οι ευρωπαϊκοί έλεγχοι για τους ορμονικούς αναστολείς [14] που μπλοκάρουν αυτή τη στιγμή το 40% των αμερικανικών εξαγωγών τροφίμων [15] είναι πάνω στο τραπέζι των διαπραγματεύσεων.

2. Ενίσχυση της απελευθέρωσης της αγοράς υπηρεσιών. Πρόκειται για ευφημισμό, που ακούγεται μεν εξαιρετικός, αλλά αρχίζει να φαίνεται το πραγματικό του πρόσωπο όταν φτάνει κανείς στις λεπτομέρειες των επιδιώξεων των διαπραγματευτών:

– Άνοιγμα της δημόσιας διοίκησης σε συμβόλαια με πολυεθνικές [16].

– Η ιδιωτικοποίηση της ύδρευσης, για την οποία τόσο οι ευρωπαϊκές όσο και οι αμερικανικές πολυεθνικές έχουν εκδηλώσει ιδιαίτερο ενδιαφέρον.

– Οι Αμερικανοί επιβεβαίωσαν την πρόθεσή τους να διαπραγματευτούν το άνοιγμα των δημόσιων υπηρεσιών υγείας και παιδείας, αξιοποιώντας την ψύχωση για ιδιωτικοποιήσεις που έχει καταλάβει τις ευρωπαϊκές κυβερνήσεις.

-Δεν είναι μόνο οι Αμερικανοί που θέλουν να επωφεληθούν, αλλά και η ΕΕ επιδιώκει την κατάργηση του θεσμού «Buy American» (αγοράζετε αμερικανικά προϊόντα) στις πόλεις, επαρχίες και πολιτείες των ΗΠΑ, ο οποίος ευνοεί τις τοπικές θέσεις εργασίας στη δημόσια διοίκηση.

3. Η προστασία της ιδιωτικής ζωής απειλείται, καθώς προσπαθούν να περάσουν την ACTA από την πίσω πόρτα.

Η Εμπορική Συμφωνία Καταπολέμησης της Παραποίησης, γνωστή ως ACTA [17], ήταν μια εθελοντική πολυμερής συμφωνία για την προστασία της πνευματικής ιδιοκτησίας, την καταπολέμηση των πλαστών προϊόντων, των γενόσημων φαρμάκων και της πειρατείας στο Διαδίκτυο. Για να γίνει αυτό, η συμφωνία προέβλεπε την αύξηση της ασφάλειας των συνόρων και θα ανάγκαζε τους παρόχους υπηρεσιών Διαδικτύου να παρακολουθούν όλα τα πακέτα δεδομένων που ανέβαιναν και κατέβαιναν από το Internet. Ο παραβατικός χρήστης θα τιμωρούνταν με πρόστιμα, απώλεια του δικαιώματος πρόσβασης στο Διαδίκτυο, ή με φυλάκιση.

Η ACTA απορρίφθηκε από το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο στις 4 Ιουλίου, 2012, με 478 ψήφους κατά και μόλις 39 θλιβερές ψήφους υπέρ. Ωστόσο, υπάρχουν φόβοι ότι, σε αντάλλαγμα για τη δυνατότητα εισδοχής ευρωπαϊκών επιχειρήσεων σε αγορές, όπως είναι το Διαδίκτυο, που κυριαρχείται από αμερικανικές πολυεθνικές, θα τεθεί στο τραπέζι των διαπραγματεύσεων η άρση της προστασίας του απορρήτου, καθώς είναι σαφές ότι, από αμερικανικής πλευράς, η MPAA (Ένωση Κινηματογραφικής Βιομηχανίας) και η RIAA(Ένωση Δισκογραφικής Βιομηχανίας) θα ασκήσουν πιέσεις για να προστατεύσουν τα συμφέροντά τους.

Είναι προφανές ότι η διαπραγμάτευση για τη διατλαντική διακίνηση δεδομένων θέτει σε μειονεκτική θέση τους Ευρωπαίους σχετικά με το απόρρητο των δεδομένων, καθώς στις ΗΠΑ δεν υπάρχει κανένας νόμος που να το προστατεύει, ενώ η Ευρωπαϊκή οδηγία για την Προστασία των Προσωπικών Δεδομένων επιτρέπει τη μεταφορά τους σε μια τρίτη χώρα, μόνο εφόσον αυτή εξασφαλίζει το απόρρητό τους.

4. Εισαγωγή ενός νομικού πλαισίου για τις σχέσεις μεταξύ κράτους και επιχειρήσεων που υπονομεύει τις αρχές της δημοκρατίας.

Από την αρχή η ΤΤΙΡ προνόησε για την ενσωμάτωση ενός μηχανισμού επίλυσης των διαφορών μεταξύ ξένων επενδυτών ή ISDS [18] που επιτρέπει στις πολυεθνικές να οδηγούν ένα κυρίαρχο κράτος ενώπιον του Δικαστηρίου Διεθνούς Διαιτησίας, εφόσον κρίνουν ότι ένας νέος νόμος βλάπτει τα οικονομικά τους συμφέροντα στην εν λόγω χώρα. Αυτά τα δικαστήρια, τα οποία βρίσκονται εκτός της ευρωπαϊκής ή διεθνούς δικαιοσύνης και στελεχώνονται από δικηγόρους ιδιωτικών επιχειρήσεων, συχνά πετυχαίνουν την καταδίκη χώρων τις οποίες υποχρεώνουν να πληρώνουν υπέρογκα ποσά, επειδή θέσπισαν νόμους, κοινωνικού περιεχομένου, για την υγεία ή για το περιβάλλον, οι οποίοι όμως νόμοι «βλάπτουν» τα «μελλοντικά κέρδη» [19] που οι επιχειρήσεις προσδοκούσαν να αποκομίσουν. Οι αποφάσεις τους είναι αμετάκλητες.

Αυτό σημαίνει ότι ορίζεται ένα αντίτιμο για την εθνική κυριαρχία, ένα αντίτιμο που πρέπει να καταβληθεί στις πολυεθνικές. Τα κράτη μπορούν να ψηφίζουν τους νόμους που θέλουν, ακόμη και με συνταγματική ισχύ, αλλά θα πρέπει να αποζημιώνουν τους ξένους επενδυτές όταν αυτοί θεωρούν ότι ενδεχομένως να σταματήσουν να έχουν κέρδη εξαιτίας αυτών των νόμων [20]. Συχνά, εγχώριες εταιρείες έχουν ανοίξει υποκαταστήματα σε χώρες που έχουν υπογράψει μια τέτοια συνθήκη, προκειμένου να μπορούν να υποβάλουν μήνυση εναντίον της ίδιας τους της κυβέρνησης [21].

Ως εκ τούτου, οι απαιτήσεις έναντι των κρατών έχουν γίνει μια κερδοφόρα επιχείρηση για τις πολυεθνικές, αλλά και για τις δικηγορικές εταιρείες που ειδικεύονται σε αυτό το είδος αγωγών [22].

Για την αποφυγή αγωγών, χρειάζεται ένας μηχανισμός που κι αυτός υπονομεύει τις αρχές της δημοκρατίας: το Συμβούλιο Ρυθμιστικής Συνεργασίας. Το συμβούλιο θα διενεργεί έναν προκαταρκτικό έλεγχο της νομοθεσίας που πρόκειται να κατατεθεί για έγκριση στα κοινοβούλια και θα αποτελείται από έναν αξιωματούχο εκ μέρους του Επιτρόπου Εμπορίου, έναν εκ μέρους του εκπροσώπου Εμπορίου των ΗΠΑ, έναν εκπρόσωπο αμερικανικών επιχειρήσεων και έναν εκπρόσωπο ευρωπαϊκών επιχειρήσεων. Η αποστολή τους είναι η σύγκλιση των νομοθεσιών.

Λόγω της ανησυχίας που δημιουργήθηκε, η ΕΕ ανακοίνωσε τον Ιανουάριο του 2014, δημόσια διαβούλευση σχετικά με τις ISDS, αλλά η εμπειρία άλλων διαβουλεύσεων εμβάλλει την υποψία ότι δεν επρόκειτο παρά για ένα προπέτασμα καπνού [23]. Μεταγενέστερα γεγονότα επιβεβαίωσαν αυτήν την υποψία:

1. Στις 23 Ιουλίου του 2014 κυρώθηκε από το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο ένας κανονισμός για την οικονομική ευθύνη που σχετίζεται με τα δικαστήρια επίλυσης διαφορών μεταξύ επενδυτών και κρατών, και τέθηκε σε ισχύ στις 17 Σεπτέμβρη 2014. Αυτό έγινε για να μη μπορεί κάποιο κράτος-μέλος να ισχυριστεί ότι δεν μπορεί να εισαχθεί η ISDS σε κάποια από τις συνθήκες που βρίσκονται υπό διαπραγμάτευση, διότι δεν έχει προηγουμένως ρυθμιστεί, όπως προβλέπει η Συνθήκη της Λισαβόνας [24].

2. Στις 10 Σεπτεμβρίου 2014 η Ευρωπαϊκή Επιτροπή απέρριψε την καταχώριση μιας Πρωτοβουλίας Ευρωπαίων Πολιτών για τη συγκέντρωση υπογραφών εναντίον της ενσωμάτωσης της ISDS και της ρυθμιστικής συνεργασίας στην ΤΤΙΡ και άλλες συνθήκες.

Μυστικές διαπραγματεύσεις

Ένα από τα χαρακτηριστικά των εμπορικών συμφωνιών που διαπραγματεύεται η ΕΕ είναι η μυστικότητα. Στην πραγματικότητα, πριν από την ανακοίνωση του Μπαράκ Ομπάμα, τον Νοέμβριο του 2011, αξιωματούχοι της Ευρωπαϊκής Επιτροπής και των ΗΠΑ συγκρότησαν μια ομάδα εργασίας που έκανε πάνω από εκατό μυστικές συναντήσεις με λομπίστες και επιχειρηματικές οργανώσεις. Φυσικά, η ανακοίνωση του Ομπάμα και η μεταγενέστερη ανακοίνωση του Προέδρου της Ευρωπαϊκής Επιτροπής Χοσέ Μανουέλ Μπαρόσο δεν έχει αλλάξει καθόλου αυτή την πολιτική: οι συνεδριάσεις είναι μυστικές, η πρόσβαση στα έγγραφα είναι περιορισμένη, ακόμη και για τους υπαλλήλους και τους εκπροσώπους των κυβερνήσεων των κρατών-μελών [25] και δεν επιτρέπεται ούτε στα εκλεγμένα κοινοβούλια να γνωρίζουν τις αξιώσεις των διαπραγματευτών των ΗΠΑ, που επηρεάζουν τα δικά τους κράτη [26].

Η αδιαφάνεια είναι μεγαλύτερη στην ΕΕ από ό,τι στις ΗΠΑ, όπου η κυβέρνηση Ομπάμα απέστειλε, τρεις μήνες πριν από την έναρξη των διαπραγματεύσεων, μια επιστολή προς τον Πρόεδρο της Βουλής των Αντιπροσώπων [27], στην οποία αναφέρονται λεπτομερώς οι στόχοι που επιδιώκει η κυβέρνηση των ΗΠΑ στις διαπραγματεύσεις.

Κάποιοι θα σκεφτούν ότι με τέτοια μυστικότητα, όλο και κάτι θα μας έχει διαφύγει. Πράγματι, υπάρχουν εδώ και καιρό συνθήκες υπό διαπραγμάτευση, εν κρυπτώ, στις οποίες η κοινωνία δεν έχει αντιδράσει τόσο ακαριαία όσο στην περίπτωση της TTIP: η CETA και η TiSA.

Οι διαπραγματευτές της ΤΤΙΡ

 Επικεφαλής της αντιπροσωπείας είναι ο φλαμανδός Karel De Gucht, τον οποίο η βελγική φορολογική διοίκηση πήγε στα δικαστήρια, διεκδικώντας 900.000 € για φορολογική απάτη [28]. Από την αμερικανική πλευρά, έχουμε τον Εμπορικό Αντιπρόσωπο των Ηνωμένων Πολιτειών Michael Froman. Στο βιβλίο «Inside Job», του Charles Ferguson, βασισμένο στο βραβευμένο με Oscar ντοκιμαντέρ, διαβάζουμε ότι ο Froman ήταν στέλεχος της Citigroup Alternative Investments, που είχε εμπλακεί βαθιά στην οικονομική κρίση του 2008, προκαλώντας ζημιές δισεκατομμυρίων δολαρίων. Ο Froman άρχισε να εργάζεται για τη μεταβατική ομάδα του Ομπάμα και ανταμείφθηκε με μπόνους μετά την ανακοίνωση της ανάληψης καθηκόντων εκ μέρους του ως ανώτερο στέλεχος του Λευκού Οίκου. Υπό την πίεση του Τύπου αναγκάστηκε να κάνει κάποιες δωρεές για φιλανθρωπικούς σκοπούς, αλλά ενθυλάκωσε κάπου 7.000.000 δολάρια [29].

CETA: ο Δούρειος Ίππος

Η ολοκληρωμένη οικονομική και εμπορική συμφωνία, γνωστή με τα αρχικά CETA [30], είναι μια συνθήκη που έχει αποτελέσει αντικείμενο διαπραγμάτευσης μεταξύ του Καναδά και της ΕΕ από τις 6 Μαΐου 2009. Οι διαπραγματεύσεις ολοκληρώθηκαν την 1η Αυγούστου 2014 και αποφασίστηκε να παρουσιαστεί η συνθήκη επισήμως στις 25 Σεπτεμβρίου 2014 από τον Καναδό πρωθυπουργό Στίβεν Χάρπερ και τον Χοσέ Μανουέλ Μπαρόσο. Παρά τη μυστικότητα, το δημόσιο τηλεοπτικό δίκτυο ARD διέρρευσε το κείμενο της συμφωνίας [31] στις 14 Αυγούστου.

Η συμφωνία είναι έτοιμη προς επικύρωση από το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και τα κοινοβούλια των 28 κρατών-μελών.

Σύμφωνα με ό,τι διέρρευσε από τη CETA και από ό,τι έγινε γνωστό για το περιεχόμενο της TTIP από δηλώσεις διαπραγματευτών και αξιωματούχων της Ευρωπαϊκής Επιτροπής και από τις διαρροές των εγγράφων [32], η CETA είναι ένας αληθινός Δούρειος Ίππος της TTIP, καθώς έχει σχεδόν το ίδιο περιεχόμενο:

-Η CETA περιλαμβάνει την ISDS.

-Η δυνατότητα της κυβέρνησης και της Κεντρικής Τράπεζας του Καναδά να ρυθμίσουν τη χρηματοπιστωτική δραστηριότητα παραμένει εν υπνώσει έναντι των ευρωπαϊκών φορέων που θα χρησιμοποιήσουν την ISDS για να παρακάμψουν κάποιους κανόνες, που, σημειωτέον, βοήθησαν τον Καναδά να βγει αλώβητος από την τραπεζική κρίση του 2008, σε αντίθεση με τις Ηνωμένες Πολιτείες και την Ευρώπη [33].

-Στις διαπραγματεύσεις για την CETA, η ΕΕ αρνήθηκε να συμπεριλάβει μηχανισμούς επιβολής προστίμων, αγωγές κλπ, που να εξασφαλίζουν τα δικαιώματα των εργαζομένων.

-Μέσω της CETA περιορίζεται η αυτονομία των περιφερειακών και τοπικών κυβερνήσεων να χρησιμοποιούν τις δημόσιες συμβάσεις ως μοχλό της οικονομικής ανάπτυξης των περιφερειών ή των πόλεων.

-Από τη στιγμή που θα τεθεί σε ισχύ η CETA θα είναι αδύνατη η επανεθνικοποίηση των ιδιωτικοποιημένων δημόσιων υπηρεσιών ή η ανάπτυξη νέων.

-Η ΕΕ θα μπορεί να εισάγει από τον Καναδά υδρογονάνθρακες που έχουν εξαχθεί από ασφαλτική άμμο, fracking, αργό πετρέλαιο και άλλες τεχνικές εξαιρετικά ρυπογόνες, με μεγάλες επιπτώσεις στην υπερθέρμανση του πλανήτη.

-Εισάγονται στη ρύθμιση για την πνευματική ιδιοκτησία διατάξεις ταυτόσημες με της ACTA [34] και, συγκεκριμένα, οι πιο αμφιλεγόμενες και καταπιεστικές που προκάλεσαν την απόρριψη τους από το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο.

Και φυσικά, κάθε αμερικανική εταιρεία μπορεί να επωφεληθεί από τη CETA ιδρύοντας υποκατάστημα στον Καναδά, καθώς υπάρχει η συμφωνία ελεύθερου εμπορίου και επενδύσεων μεταξύ των ΗΠΑ, του Καναδά και του Μεξικού, από την 1η Ιανουαρίου 1994, γνωστή ως NAFTA [35]. Σε περίπτωση που δεν εγκριθεί η ΤΤΙΡ και εγκριθεί η CETA θα χρησιμοποιηθεί ως δούρειος ίππος για τις αμερικανικές πολυεθνικές.

Έχει διαμορφωθεί μια κατάσταση αποκαλυπτική της μυστικότητας των διαπραγματεύσεων, αλλά και, απ’ την άλλη, αποπροσανατολισμού της ευρωπαϊκής κοινωνίας: εναντίον της ΤΤΙΡ ξεκίνησε μια εκστρατεία από την πρώτη στιγμή που έγινε επισήμως γνωστή, ενώ οι διαπραγματεύσεις για την CETA ανακοινώθηκαν επίσημα στην Σύνοδο Κορυφής ΕΕ-Καναδά που πραγματοποιήθηκε στην Πράγα στις 6 Μάη 2009. Πέντε χρόνια τώρα, η ευρωπαϊκή κοινή γνώμη δεν έχει θορυβηθεί από την πραγματοποίηση των διαπραγματεύσεων, με αποτέλεσμα να ενσωματώσει πολύ πρόσφατα, ως παράρτημα της εκστρατείας εναντίον της TIPP, τη διαμαρτυρία κατά της CETA, όταν αυτή ήταν σχεδόν έτοιμη να παρουσιαστεί στο κοινοβούλιο για επικύρωση.

Μπορεί να υπάρχουν δύο λόγοι για αυτή την καθυστερημένη κινητοποίηση εναντίον της CETA:

1. Ένα κοινό μειονέκτημα του κινήματος κατά της παγκοσμιοποίησης και της Αριστεράς της Ευρώπης και της Λατινικής Αμερικής: ένας αυτόματος αντιαμερικανισμός, που εστιάζει σε ό,τι κάνει ο θείος Σαμ χωρίς να δίνει προσοχή σε ό,τι κάνουν άλλοι παράγοντες στη διεθνή σκακιέρα [36].

2. Μια κάποια υπεροψία εκ μέρους ομάδων ευρωπαϊκών συμφερόντων και της ευρωπαϊκής κοινής γνώμης, που θεωρεί ότι μια χώρα όπως ο Καναδάς (πιο αραιοκατοικημένη από την Ισπανία και με 10 φορές μικρότερο ΑΕΠ απ’ αυτό της Ευρωπαϊκής Ένωσης) δεν μπορεί να προκαλέσει προβλήματα σε κάτι τόσο «μεγάλο» όπως η Ευρωπαϊκή Ένωση.

Η καθυστερημένη αφύπνιση της ευρωπαϊκής κοινής γνώμης μας αφήνει την αίσθηση ότι μας την έφεραν. Για παράδειγμα, να συνειδητοποιήσουμε ότι οι νίκες της κοινωνίας των πολιτών που έφερε το μορατόριουμ για το fracking στη Γαλλία, ή την απαγόρευση του fracking στην Καταλονία, θα είναι πια άχρηστες τη στιγμή που θα επικυρωθεί η CETA, αφού οι εμπλεκόμενες εταιρείες είναι καναδικές [37].

Στη συνέχεια, διαπιστώσαμε το ενδιαφέρον για την αναβίωση της ACTA από μια βιομηχανία πολλών δισεκατομμυρίων δολαρίων, την οποία αγνοούσε η πλειονότητα των ευρωπαίων, που δραστηριοποιείται στην καναδική επαρχία του Κεμπέκ: τα βιντεοπαιχνίδια [38]. Και σαν να μην έφτανε αυτό, οι περιβαλλοντολόγοι έχουν λόγους να ανησυχούν όχι μόνο για τις πετρελαϊκές εταιρείες, δεδομένου ότι στον Καναδά βρίσκεται συγκεντρωμένος ο τομέας της υπαίθριας εξόρυξης.

Λαμβάνοντας υπ’ όψη ότι η CETA θα χρησιμοποιηθεί για να καταστεί ο Καναδάς η πίσω πόρτα για τις πολυεθνικές, σε περίπτωση που δεν υπογραφεί η TTIP, πρέπει να εντατικοποιηθεί η καταγγελία της ενώπιον της κοινής γνώμης, εν όψει της επίσημης παρουσίασης της CETA στην επόμενη σύνοδο κορυφής ΕΕ-Καναδά, η οποία θα πραγματοποιηθεί στις 26 Σεπτεμβρίου στην Οτάβα και στο Τορόντο.

—-

[6] Ακρωνύμιο για την Διατλαντική Ζώνη Ελεύθερων Συναλλαγών. Στη Γαλλία εξακολουθεί να αποκαλείται με αυτό το όνομα. Υπήρξαν προσπάθειες να εδραιωθεί ένα ακρωνύμιο και στα ισπανικά (ACTI), που να εμφανίζεται στην ισπανική έκδοση των επισήμων εγγράφων της Ευρωπαϊκής Ένωσης, αλλά ευτυχώς δεν πέτυχαν, διότι θα μπορούσε να εντείνει λόγω των άπειρων ακρωνυμίων.

[7] Για να δείτε το επίπεδο της τραπεζικής και χρηματοοικονομικής αδιαφάνειας των χρηματιστηριακών αγορών του Σίτυ του Λονδίνου, της Φρανκφούρτης και της Wall Street, σε σύγκριση με τις χώρες που θεωρούνται φορολογικοί παράδεισοι, δείτε αυτή την έκθεση από το Δίκτυο Φορολογικής Δικαιοσύνης: http://www.financialsecrecyindex.com/introduction/fsi-2013-results

[13] Ωστόσο, οι ΗΠΑ ζητούν προστασία για τα εμπορικά σήματα (όπως της Coca-cola που παρασκευάζεται σε μορφή συμπυκνώματος στις ΗΠΑ και δεν μπορεί να παραχθεί πέρα από τα σύνορά της, απλά προστίθεται νερό και εμφιαλώνεται), για τις πατέντες των διαγονιδιακών (που εμποδίζουν τους αγρότες να παράγουν τους δικούς τους σπόρους) και των βιομηχανικών χώρων (που εμποδίζουν την παραγωγή φθηνών γενόσημων φαρμάκων).

[14] Eίναι μια χημική ουσία, ξένη προς τον ανθρώπινο οργανισμό αλλά και προς το ζωικό είδος που επηρεάζει, ικανή να αλλάξει την ορμονική ισορροπία των οργανισμών ενός είδους, δηλ. να προκαλέσει την διακοπή κάποιων φυσιολογικών διεργασιών που ελέγχονται από τις ορμόνες, ή μια αντίδραση μεγαλύτερης ή μικρότερης έντασης από το συνηθισμένο. Για τις επιδράσεις της στους ανθρώπους και τη βιόσφαιρα, συμβουλευτείτε την ακόλουθη έκθεση του Παγκόσμιου Οργανισμού Υγείας: http://www.who.int/ceh/publications/endocrine/en/#

[16] Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι μιλάμε για πολυεθνική, όταν μιλάμε για μια εταιρεία στην Καλιφόρνια που προσδοκά για μια σύμβαση συντήρησης των πεζοδρομίων ή του αστικού εξοπλισμού μιας ισπανικής πόλης. Το ίδιο ισχύει και αντίστροφα: μια ισπανική εταιρεία που φιλοδοξεί να συνάψει σύμβαση με το Σικάγο.

[17] ACTA (Anti-Counterfeiting Trade Agreement). Τη στιγμή που η ACTA γινόταν αντικείμενο διαπραγμάτευσης, η κυβέρνηση Ομπάμα προσπάθησε να περάσει δύο νομοσχέδια που θα επηρέαζαν επίσης την προστασία της ιδιωτικής ζωής στο Διαδίκτυο, τους νόμους SOPA και PIPA, που τους μπλόκαρε το Κογκρέσο των Ηνωμένων Πολιτειών στις 14 και 20 Ιανουαρίου 2012 αντίστοιχα. Ο Ομπάμα, ο οποίος άρχισε να πλημμυρίζει το Διαδίκτυο με όμορφα προεκλογικά συνθήματα, κατέληξε να το γεμίζει με γελοίες συντομεύσεις.

[18] ISDS: Investor-State Dispute Settlement (Επίλυση Διαφορών Κράτους-Επενδυτών)

[19] Στην ορολογία του διεθνούς εμπορικού δικαίου υπάρχει η έννοια «έμμεση απαλλοτρίωση», που επιτρέπει στους επενδυτές να αξιώνουν αποζημίωση, ως αποτέλεσμα μιας ρύθμισης, ενός νόμου, μιας πολιτικής απόφασης, ενός μέτρου ή άλλης κυβερνητικής δράσης που έχει ως αποτέλεσμα τη μείωση ή την εξάλειψη των πιθανοτήτων να αποκομίσουν κέρδη.

[20] Υπάρχουν πολλά παραδείγματα τέτοιων απαιτήσεων πολυεθνικών εναντίον κρατών:

α) Η καπνοβιομηχανία Philip Morris απαιτεί αποζημίωση πολλών εκατομμυρίων δολαρίων από δύο κράτη που έχουν επιβάλλει μέτρα κατά του καπνίσματος (περιορισμοί στη διαφήμιση και προειδοποιήσεις στα πακέτα): την Αυστραλία και την Ουρουγουάη.

β) Η σουηδική εταιρεία παραγωγής ενέργειας Vattenfall ζητάει αποζημίωση 3.700 εκατομμυρίων ευρώ στη Γερμανία για την εγκατάλειψη της πυρηνικής ενέργειας: http://www.tni.org/sites/www.tni.org/files/download/vattenfall-icsid-case_oct2013.pdf

[21] Οι δύο πιο γνωστές περιπτώσεις:

α) Η καναδική εταιρεία πετρελαίου Lone Pine Resources χρησιμοποιεί μια θυγατρική στις ΗΠΑ (συγκεκριμένα στην πολιτεία Delaware, που είναι φορολογικός παράδεισος) για να διεκδικήσει 250 εκατομμύρια καναδικά δολάρια, στον Καναδά, στο πλαίσιο της NAFTA, για το μορατόριουμ που ενέκρινε στο fracking της επαρχίας του Κεμπέκ: http://www.italaw.com/sites/default/files/case-documents/italaw1596.pdf

β) Η καναδική εταιρεία χάρτου Abitibi Bowater χρησιμοποιεί μια θυγατρική στις ΗΠΑ για να μηνύσει τον Καναδά για την απαλλοτρίωση της περιουσίας της στην οποία προέβησαν οι επαρχίες της Νέας Γης και του Λαμπραντόρ, και κατάφερε να πάρει από την ομοσπονδιακή κυβέρνηση αποζημίωση 130εκατομμυρίων καναδικών δολαρίων: http://www.thecourt.ca/2010/08/27/canada-settles-abitibibowaters-nafta-claim/

[23] Leo Nolleti Προπέτασμα καπνού η δημόσια διαβούλευση, Le Monde Diplomatique στα ισπανικά, Ιούλιος του 2014, σελ. 22.

[24] Το άρθρο 3, παράγραφος 1, στοιχείο ε) της Συνθήκης της Λισαβόνας ορίζει ότι η Ένωση έχει την αποκλειστική αρμοδιότητα στον τομέα της κοινής εμπορικής πολιτικής και μπορεί να είναι συμβαλλόμενο μέρος σε διεθνείς συμφωνίες που περιέχουν διατάξεις σχετικά με άμεσες ξένες επενδύσεις.

[25] Σ’ αυτούς επιτρέπεται μόνο η ανάγνωση των εγγράφων, σε φρουρούμενες αίθουσες, και απαγορεύεται να τα πάρουν μαζί τους ή να βγάλουν αντίγραφα.

[30] CETA: Comprehensive Economic and Trade Agreement. Στο Κεμπέκ είναι γνωστή ως AÉCG: Accord Économique et Commercial Global.

[35] NAFTA: Βορειοαμερικανική Συμφωνία Ελεύθερων Συναλλαγών (στα ισπανικά: Acuerdo de Libre Comercio de América del Norte).

[36] Αυτό το είδος άσκοπου αντιαμερικανισμού φτάνει σε επαίσχυντα άκρα, όπως να υπερασπίζεται, από βήματος ή μέσω δημοσιευμάτων, εγκληματικά καθεστώτα και δικτάτορες, ως αντίβαρο στην αμερικανική ηγεμονία, ένα σφάλμα που γίνεται πιο ορατό και ενοχλητικό όταν, μετά από κάποια χρόνια αυτά τα καθεστώτα και οι δικτάτορες περνούν στην φιλοαμερικανική πλευρά.

[38] Ulysse Bergeron και Jean-François Nadeau. «Στον Καναδά, μια βιομηχανία που αισθάνεται σαν στο σπίτι της». Le Monde Diplomatique στα ισπανικά. Δεκέμβριος 2013.

This article is also available in:

Translate this in your language

Like this Article? Share it!

Comments are closed.