Saturday 25th May 2019
x-pressed | an open journal
February 4, 2014
February 4, 2014

Η Προεδρία της ΕΕ και ο πάτος του Αιγαίου

Source: Truthout  Category: Borders
This article is also available in: enesfrru
Η Προεδρία της ΕΕ και ο πάτος του Αιγαίου

Οι τρεις επιζώντες από το Φαρμακονήσι δίνουν συνέντευξη τύπου στην πλατεία Συντάγματος με την βοήθεια μεταφραστή σχετικά με το περιστατικό.
(Φωτογραφία: Άγγελος Καλοδούκας)

Την 1η Ιανουαρίου 2014, η Ελλάδα ανέλαβε την προεδρία της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Μόλις 20 ημέρες αργότερα, επαναλήφθηκε η γνωστή ιστορία στην Ευρωπαϊκή παραμεθόριο. Ένα σκάφος με πρόσφυγες από το Αφγανιστάν και τη Συρία εντοπίστηκε από την Ελληνική Ακτοφυλακή,ανοικτά στο Φαρμακονήσι, απέναντι από την Τουρκία. Σύμφωνα με τα θύματα αλλά και τους αξιωματούχους του Οργανισμού Ηνωμένων Εθνών για τους Πρόσφυγες (UNHCR) στην Αθήνα, οι λιμενικοί άρχισαν –παράνομα– τη ρυμούλκηση του σκάφους προς τα τουρκικά χωρικά ύδατα.

Η ασφυκτικά γεμάτη, μικρή βάρκα ανατράπηκε. Εννέα παιδιά και τρεις γυναίκες πνίγηκαν. Δύο μέρες αργότερα, με τη συμβολή ΜΚΟ και της Ύπατης Αρμοστείας, οι επιζώντες κατέθεσαν τις μαρτυρίες τους, ζωντανά στην τηλεόραση, όπου περιέγραψαν πώς οι λιμενοφύλακες τούς εμπόδισαν να σώσουν τους εαυτούς τους και τις οικογένειές τους. Η ακτοφυλακή έσπευσε να δημοσιεύσει αντίθετες μαρτυρίες, τις οποίες υποτίθεται ότι έδωσαν οι ίδιοι οι διασωθέντες. Όμως, το γραφείο της Αθήνας της Ύπατης Αρμοστείας και οι ενώσεις των προσφύγων εξέφρασαν αμέσως σοβαρές αμφιβολίες ως προς την εγκυρότητα αυτών των υποτιθέμενων μαρτυριών. Την επόμενη μέρα, η αφγανική κοινότητα στην Ελλάδα ανέφερε ότι αστυνομικοί έθεσαν υπό κράτηση έξι από τα επιζώντα θύματα, παρ’ όλο που διέθεταν όλα τα απαιτούμενα νόμιμα έγγραφα. Υπάρχουν ισχυρισμοί ότι η αστυνομία προσπάθησε να εκφοβίσει τους πρόσφυγες.

Τέτοιες πρακτικές, όπως αυτή που εφάρμοσε το Ελληνικό Λιμενικό Σώμα στο Φαρμακονήσι, έχουν γίνει κοινός τόπος κατά μήκος των ευρωπαϊκών συνόρων. Το Δεκέμβριο του 2013, η Διεθνής Αμνηστία ανέφερε ότι ευρωπαϊκές και ελληνικές συνοριακές αρχές εμπόδιζαν Σύριους πρόσφυγες να προσεγγίσουν ευρωπαϊκό έδαφος, εγκαταλείποντάς τους στη θάλασσα αβοήθητους, επιτιθέμενοι εναντίον τους και καταστρέφοντας ή δημεύοντας την περιουσία τους. Επίσης, τον Δεκέμβριο του 2013, δόθηκε στη δημοσιότητα ηχητικό ντοκουμέντο, όπου ο αρχηγός της ελληνικής αστυνομίας ακούγεται να λέει σε συναδέλφους του αστυνομικούς ότι «Θα πρέπει να κάνουν το βίο αβίωτο στους μετανάστες». Για όποιον είναι εξοικειωμένος με τη σημερινή κατάσταση στην Ελλάδα, η δήλωση του αρχηγού δεν προκαλεί και μεγάλη έκπληξη, αν αναλογιστεί κανείς το μεγάλο αριθμό εκθέσεων που αναφέρονται διεξοδικά στην ξενοφοβία και το ρατσισμό μέσα στους κόλπους της ελληνικής αστυνομίας.

2

Ένας από τους επιζώντες από το Φαρμακονήσι που έχασε την οικογένειά του στην θάλασσα ξεσπάει σε κλάμματα καθώς τα λόγια του μεταφράζονται στα Ελληνικά από έναν Αφγανό/Έλληνα ακτιβιστή. (Φωτογραφία: Άγγελος Καλοδούκας)

Η πολιτική της επαναπροώθησης

Είναι σαφές, ωστόσο, ότι δεν είναι μόνο θέμα αστυνόμευσης. Είναι θέμα βαθιά πολιτικό. Ο Υπουργός Εμπορικής Ναυτιλίας και Αιγαίου Μιλτιάδης Βαρβιτσιώτης, ο οποίος είναι υπεύθυνος για την ακτοφυλακή, όχι μόνο δεν εξέφρασε τα συλλυπητήριά του για τους 12 θανάτους αλλά, αντίθετα, κατηγόρησε όσους έκαναν τις καταγγελίες ότι προσπαθούν να βλάψουν την Ελλάδα και δήλωσε ότι δεν είναι δυνατόν να ανοίξουν οι πύλες της χώρας σε κάθε πρόσφυγα. Δεν είναι, όμως, ο μόνος: Η ρητορική και οι πρακτικές ενός μεγάλου κομματιού της σημερινής πολιτικής ηγεσίας στην Ελλάδα απηχούν, εδώ και καιρό, την άποψη ότι οι θάνατοι των ανθρώπων κατά μήκος των συνόρων είναι μια αποδεκτή, ακόμα και επιθυμητή πολιτική για την πρόληψη της παράνομης μετανάστευσης. Για παράδειγμα, ο σημερινός Υπουργός Υγείας Άδωνις Γεωργιάδης πρότεινε, σε μια συνέντευξή του, το 2011 στο περιοδικό Crash, να ξαναδημιουργηθούν τα ναρκοπέδια κατά μήκος των ελληνοτουρκικών συνόρων για την αποτροπή των μεταναστευτικών ροών. Την ίδια χρονιά, ο νομικός σύμβουλός του (και πρώην βουλευτής) Θανάσης Πλεύρης δήλωσε, κατά τη διάρκεια μιας δημόσιας εκδήλωσης, ότι για την ασφάλεια των συνόρων απαιτούνται και θάνατοι ανθρώπων που προσπαθούν να διασχίσουν τα σύνορα, ως αποτελεσματικός αποτρεπτικός παράγοντας.

Ο Έλληνας Πρωθυπουργός Αντώνης Σαμαράς, ήταν πιο συγκρατημένος στις δηλώσεις του –δεν έχει ζητήσει επίσημα θανάτους προσφύγων στα σύνορα–, όμως, οι αληθινές πολιτικές προθέσεις του αποκαλύφθηκαν τον Δεκέμβριο του 2013, όταν καυχήθηκε στο ελληνικό κοινοβούλιο για την επιτυχία της κυβέρνησής του να πείσει την ΕΕ να εφαρμόσει την ατζέντα των κυβερνήσεων της Νότιας Ευρώπης για την «παράνομη μετανάστευση», δηλαδή να χρησιμοποιήσει την πρακτική της επαναπροώθησης, που ήταν απαγορευμένη μέχρι σήμερα. Το περιστατικό στο Φαρμακονήσι δείχνει να είναι ένα τυπικό παράδειγμα αυτής της άλλοτε απαγορευμένης πρακτικής, που, σύμφωνα με τον Έλληνα πρωθυπουργό, ταιριάζει σε ένα ευρύτερο ευρωπαϊκό πρόγραμμα. Οι σαφείς προτεραιότητες των προϋπολογισμών πολλών ευρωπαϊκών κρατών είναι η ασφάλεια των συνόρων, τα κέντρα κράτησης ή η ανάληψη πολεμικών επιχειρήσεων σε όλο τον κόσμο και όχι η προστασία των προσφύγων από αυτούς ακριβώς τους πολέμους.

Ο Eshanolla Safi, ένα από τα θύματα της τραγωδίας στο Φαρμακονήσι, είναι ίσως από τα καλύτερα παραδείγματα της γενικότερης στάσης των ευρωπαϊκών αρχών προς τους πρόσφυγες: Έζησε στη Νορβηγία ως αιτών άσυλο για περίπου έξι χρόνια μέχρι που απελάθηκε πίσω στο Αφγανιστάν. Ωστόσο, η ζωή του ήταν σε κίνδυνο, και προσπάθησε να επιστρέψει στην Ευρώπη μαζί με την οικογένειά του. Είδε τη γυναίκα και τα παιδιά του να πνίγονται στο Αιγαίο, γιατί δεν του επιτράπηκε να τους βοηθήσει. Ωστόσο, και νορβηγικές και ελληνικές ένοπλες δυνάμεις συμμετέχουν στις επιχειρήσεις του NATO στο Αφγανιστάν.

Κάνοντας το βίο αβίωτο

Οι πρόσφυγες (με χαρτιά ή όχι) στοχοποιούνται, με βίαιο και μαζικό τρόπο, όχι μόνο στο πλαίσιο της αστυνόμευσης των συνόρων, αλλά και στο πλαίσιο της αστυνόμευσης των πόλεων. Στην περίπτωση της Ελλάδας, η αστυνομική επιχείρηση «Ξένιος Ζευς» είναι ένα χαρακτηριστικό δείγμα της διακυβέρνησης του κ. Σαμαρά. Από τον Αύγουστο του 2012, που ο «Ξένιος Ζευς» μπήκε σε εφαρμογή, συνελήφθησαν πάνω από 80.000 έγχρωμοι, η συντριπτική πλειονότητα των οποίων δεν είχε παραβεί κανέναν νόμο, σύμφωνα με τα δελτία τύπου της αστυνομίας, και οι περισσότεροι από αυτούς τους ανθρώπους αφέθηκαν τελικά ελεύθεροι, ως αθώοι. Μέχρι το Σεπτέμβριο του 2013, περίπου 5.000 παρέμειναν φυλακισμένοι, κυρίως λόγω έλλειψης νόμιμων εγγράφων, σε νέα κέντρα κράτησης που χτίστηκαν απ’ άκρη σ’ άκρη στην υπερχρεωμένη χώρα. Οι συνθήκες σε αυτά τα κέντρα έχουν καταδικαστεί σε σχετικές εκθέσεις. Πέρα από ζητήματα νομικά και ζητήματα αστυνόμευσης, υπάρχει και η πολιτική διάσταση. Η κυβερνητική πολιτική της στοχοποίησης ενός σημαντικού ποσοστού του πληθυσμού της χώρας, απλά και μόνο λόγω χρώματος δέρματος, ακολουθεί πιστά την ατζέντα της νεοναζιστικής Χρυσής Αυγής.

Η θεωρία συνωμοσίας που διακινείται μέσα στους ακροδεξιούς κύκλους λέει, προφανώς, ότι οι μετανάστες έρχονται στη χώρα βάσει ενός καλά οργανωμένου σχεδίου να «πάρουν» την Ελλάδα από τους Έλληνες. Οριοθετείται ως ένα είδος πολέμου, όπου οι επιθέσεις κατά των «εισβολέων» πρέπει να είναι αναμενόμενες. Η υιοθέτηση αυτής της ρητορικής από την κυβέρνηση εκφράστηκε καθαρά στην προεκλογική εκστρατεία του κ. Σαμαρά, το 2012, όταν υποστήριξε ότι οι παράνομοι μετανάστες έχουν γίνει «οι τύραννοι της κοινωνίας», ότι «οι πόλεις μας έχουν καταληφθεί από τους παράνομους μετανάστες» και ότι «πρέπει να τις ανακαταλάβουμε».

Προς τα έξω, η κυβέρνηση Σαμαρά δείχνει να έχει πολλές αντιφατικές θέσεις σχετικά με την ακροδεξιά. Για παράδειγμα, κατά τη διάρκεια ομιλίας του, τον Οκτώβριο στην Ουάσιγκτον, δήλωσε ότι βρίσκεται απέναντι στους ακροδεξιούς εξτρεμιστές και διεκδίκησε καθοριστικό ρόλο στη δίωξη της Χρυσής Αυγής. Παρά τη σύλληψη και, εν συνεχεία, την ποινική δίωξη σημαντικών μελών της Χρυσής Αυγής, συμπεριλαμβανομένου του επικεφαλής του κόμματος Νίκου Μιχαλολιάκου, η πραγματικότητα είναι ότι ο κ. Σαμαράς έχει διορίσει ως υπουργούς ή συμβούλους του γνωστά ονόματα ακροδεξιών αντιλήψεων, όπως ο Άδωνις Γεωργιάδης και ο Φαήλος Κρανιδιώτης.

Μοιράζεται άνετα τα κοινοβουλευτικά έδρανα του κόμματός του με άλλους ακροδεξιούς βουλευτές, όπως ο Μάκης Βορίδης, ο οποίος κάποτε είχε αντικαταστήσει τον φυλακισμένο, σήμερα, αρχηγό της Χρυσής Αυγής, στην ηγεσία του τμήματος νεολαίας της νεοφασιστικής οργάνωσης ΕΠΕΝ. Επιπλέον, ο υπουργός Προστασίας του Πολίτη, Νίκος Δένδιας, φέρεται να είχε σχέση με το ακροδεξιό κόμμα ENEK, σύμφωνα με το βουλευτή της Αριστεράς Δ. Παπαδημούλη – μια σχέση που ο ίδιος ο υπουργός αρνείται.

Το κατά πόσον ο υπουργός Προστασίας του Πολίτη ήταν ή όχι μέλος της νεοφασιστικής ENEK είναι λιγότερο σημαντικό από τις πρόσφατες δηλώσεις του, κατά τη διάρκεια μιας ραδιοφωνικής συνέντευξης, σε σχέση με το περιστατικό στο Φαρμακονήσι. Υποστήριξε, δηλαδή, ότι «η ποιότητα των μεταναστών» που δέχεται η Ελλάδα είναι «τραγική» και ότι αυτοί «προέρχονται από το Μπαγκλαντές και το Αφγανιστάν” –σε αντίθεση με τους Ευρωπαίους μετανάστες που πηγαίνουν σε χώρες όπως η Σουηδία–, θέση που αντανακλά πράγματι έναν αμεταμέλητο ρατσισμό. Η δήλωση αυτή έρχεται ένα χρόνο μετά την επίθεση και εκκένωση, από την αστυνομία του κ. Δένδια, ορισμένων από τα μεγαλύτερα αντιφασιστικά κοινωνικά στέκια στο κέντρο της Αθήνας, μια ενέργεια που αναμφισβήτητα άνοιξε χώρο για ρατσιστικές επιθέσεις σε περιοχές της πόλης, στις οποίες προηγουμένως αυτό δεν ήταν δυνατόν.

Δεξιά και Ακροδεξιά

Στο πλαίσιο της κομματικής πολιτικής υπήρχε, μέχρι τον Σεπτέμβριο του 2013, σαφής συνέργεια μεταξύ του κόμματος του κ. Σαμαρά και των νεοναζί της Χρυσής Αυγής. Μόλις λίγους μήνες πριν από τις συλλήψεις του Μαΐου του 2013, η Νέα Δημοκρατία (ΝΔ) του Σαμαρά είχε μπλοκάρει στη Βουλή ένα αντιρατσιστικό νομοσχέδιο που προέβλεπε την ποινικοποίηση του ρατσισμού και της άρνησης του Ολοκαυτώματος. Δεδομένου ότι αυτά είναι τα πιο βασικά δόγματα των μελών της Χρυσής Αυγής, δεν μπορεί παρά το μπλοκάρισμα του νομοσχεδίου να θεωρηθεί ως πράξη προστασίας της Χρυσής Αυγής από τη Νέα Δημοκρατία. Σε αντάλλαγμα, η Χρυσή Αυγή υποστήριξε την κυβέρνηση Σαμαρά σε τουλάχιστον δύο αμφισβητήσιμες αποφάσεις από τον Ιούνιο του 2012: όταν η κυβέρνηση έκλεισε τη Δημόσια Ραδιοτηλεόραση (ΕΡΤ), ξαφνικά, μέσα στη νύχτα, αλλά και όταν παραχώρησε ακόμη περισσότερες φορολογικές απαλλαγές σε ελληνικές εφοπλιστικές εταιρείες. Μόλις λίγες ημέρες πριν από τη σύλληψη της ηγεσίας της Χρυσής Αυγής, ο πρώην υπουργός της ΝΔ, Βύρων Πολύδωρας, μίλησε ανοιχτά για μια πιθανή συνεργασία μεταξύ του Κόμματος και της Χρυσής Αυγής. Δεν ήταν ο μόνος: Περίπου την ίδια εποχή, ο γνωστός φιλοκυβερνητικός δημοσιογράφος, Μπάμπης Παπαδημητρίου, περιέγραψε μια «υπεύθυνη πτέρυγα» εντός της Χρυσής Αυγής και πρότεινε ένα κυβερνητικό συνασπισμό μεταξύ αυτής και της Νέας Δημοκρατίας.

Στην περίπτωση της ελληνικής κυβέρνησης, η Χρυσή Αυγή έχει αποδειχθεί ένα πολύ χρήσιμο εργαλείο, που βοηθάει το Σαμαρά να νομιμοποιήσει ρατσιστικές πολιτικές και να εφαρμόσει αυτό που πριν λίγο θα ήταν απαράδεκτο, δηλαδή τις φυλετικά στοχευμένες επιχειρήσεις, όπως ο «Ξένιος Ζευς». Στην πραγματικότητα, η ρητορική και οι πρακτικές των δύο κομμάτων μοιάζουν πολύ. Και τα δύο απαιτούν τον έλεγχο και τον περιορισμό της παράνομης μετανάστευσης. Και τα δύο υποστηρίζουν μέτρα κατά των μεταναστών, είτε με επαναπροωθήσεις, όπως στην περίπτωση του Λιμενικού Σώματος του κ. Βαρβιτσιώτη, είτε με την πρόταση, μπροστά στην κάμερα, του υποψήφιου της Χρυσής Αυγής Πλωμαρίτη, να κάνουν σαπούνι από μετανάστες. Στην πραγματικότητα, αυτές οι επικίνδυνες κουβέντες, δήθεν μεταξύ σοβαρού και αστείου, όπως αυτή του Πλωμαρίτη ή βουλευτών της Χρυσής Αυγής, όπως ο Ματθαιόπουλος (που τραγουδά με το συγκρότημά του “Αχ πόσο πολύ αγαπώ το Άουσβιτς!”) έχουν διευκολύνει τον κ. Σαμαρά στην προώθηση των δικών του ακροδεξιών πολιτικών. Στο πλαίσιο αυτών των αποτρόπαιων δημόσιων συμπεριφορών, η παράνομη κράτηση 80.000 εγχρώμων ή η επαναπροώθηση προσφύγων δεν φαίνονται πλέον τόσο ακραίες.

Η συμπάθεια για τις ακροδεξιές ιδέες δεν είναι αποκλειστικά ελληνικό φαινόμενο. Συντηρητικά κόμματα προχώρησαν σε κυβερνητικές συμμαχίες με την ακροδεξιά σε άλλες ευρωπαϊκές χώρες, όπως η Νορβηγία ή η Ολλανδία, ενώ η Αυστρία και η Γαλλία είδαν μια αντίστοιχη αύξηση αυτών των κομμάτων στο πρόσφατο παρελθόν. Επιπλέον, η συντηρητική βρετανική κυβέρνηση φαίνεται να υιοθετεί τις αντιμεταναστευτικές πολιτικές της Αγγλικής Αμυντικής Λίγκας (EDL) και του Βρετανικού Εθνικού Κόμματος (BNP), περιορίζοντας τα δικαιώματα των μεταναστών, οργανώνοντας επιχειρήσεις εξακρίβωσης στοιχείων, οι οποίες στοχεύουν αποκλειστικά στους έγχρωμους κλπ. Όλα αυτά εντάσσονται στο ευρύτερο πλαίσιο των άτυπων επιθέσεων εναντίον μεταναστών από τους νεοναζί στους δρόμους των ευρωπαϊκών πόλεων – με την Ελλάδα να έχει πρόσφατα γίνει το κέντρο της προσοχής όσον αφορά σε τέτοιες επιθέσεις.

Η υπόθεση του Φαρμακονησίου και τα προηγούμενα περιστατικά, όπως της Λαμπεντούσα, φωτίζουν το γεγονός ότι οι μέθοδοι που χρησιμοποιούνται στα σύνορα από τις ευρωπαϊκές συνοριακές δυνάμεις είναι στην πραγματικότητα εξίσου ακραίες με τις προτάσεις της Ευρωπαϊκής ακροδεξιάς, ενώ φαίνεται να υπάρχει μια στενή ιδεολογική σχέση μεταξύ κεντροδεξιών και ακροδεξιών κομμάτων σε όλη την Ευρώπη. Έτσι, τίθεται το ερώτημα: Εάν η ακροδεξιά και οι ευρωπαϊκές κυβερνήσεις, με την ενθάρρυνση των πολιτικών της ΕΕ, στοχοποιούν τους μετανάστες ταυτόχρονα στους δρόμους και στα σύνορα, είτε επίσημα είτε ανεπίσημα, ποια είναι η πρακτική διαφορά ανάμεσα στην ΕΕ, σε μεμονωμένες κυβερνήσεις (όπως η Ελληνική) και στους νεοναζί;

This article is also available in:

Translate this in your language

Like this Article? Share it!

Leave A Response