Sunday 15th December 2019
x-pressed | an open journal
October 3, 2013
October 3, 2013

Η ψυχοπαθολογία ενός ρατσιστή

Author: Thanos Lipovats
Category: Antifascism
This article is also available in: enesfrsh
Η ψυχοπαθολογία ενός ρατσιστή

επιμέλεια: Λένα Θεοδωροπούλου

Το Σεπτέμβρη του 1994, τα Τετράδια Ψυχιατρικής εκδίδουν ένα τεύχος-αφιέρωμα με τίτλο ‘Φασισμός και Ψυχιατρική’. Το κείμενο που ακολουθεί είναι μια περίληψη του άρθρου ‘Ρατσισμός και Αντισημιτισμός’ του Θάνου Λίποβατς στο εν λόγω τεύχος.

1. Η έννοια της ‘ράτσας’

Η ράτσα, με βάση το βιολογικό της ορισμό είναι η παραλλαγή ενός είδους και ορίζεται από έναν αριθμό κοινών χαρακτηριστικών γονιδίων που αναπαράγονται κληρονομικά από γενιά σε γενιά και η ανάμειξή τους ενδέχεται να οδηγήσει στη δημιουργία μιας καινούργιας ράτσας. Σύμφωνα με την ταξινόμηση των ανθρώπινων φυλών υπάρχουν περίπου 3 ασιατικές, 4 ευρωπαϊκές και τουλάχιστον 10 μαύρες ράτσες. Το πρόβλημα με το ρατσισμό ξεκινάει από την επιστημονικά λανθασμένη παραδοχή μιας ‘αιτιότητας’ ανάμεσα σε σωματικά και σε πνευματικά ή ηθικά χαρακτηριστικά και μιας ‘ιεραρχίας’ ανάμεσα στις ράτσες. Παρά το γεγονός οτι είναι πια επιστημονικά τεκμηριωμένο ότι οι ικανότητες και ιδιότητες των ανθρώπων σχετίζονται μόνο με τις συνθήκες του πολιτισμού τους και η ράτσα ορίζεται μόνο με περιγραφικά, εξωτερικά (φυσικά) κριτήρια, ο ρατσιστής εμμένει να πιστεύει σε μια έννοια της ράτσας που ορίζεται απο κοινωνικο-πολιτιστικούς παράγοντες και να θεωρεί ότι τα διανοητικά/ηθικά χαρακτηριστικά μιας ομάδας ανθρώπων είναι ομοιογενή και κληρονομικά για όλα τα άτομα που την αποτελούν. Ακριβώς το γεγονός ότι η πεποίθηση αυτή του ρατσιστή βασίζεται όχι στη γνώση αλλά στην πίστη, καθιστά σχεδόν αδύνατο να τον αντικρούσει κάποιος με λογικά επιχειρήματα.

2. Βιολογική ερμηνεία του ρατσισμού

Σύμφωνα με τη βιολογική ερμηνεία, η επιθετική απόρριψη και ο φόβος απέναντι στον άλλο συναντώνται σε όλους τους λαούς, αρά υποθετικά υπάρχει ένα επιθετικό ‘ένστικτο’ στον άνθρωπο όπως και στα ζώα. Στον αντίποδα αυτής της θέσης διατυπώνεται η άποψη πως ο άνθρωπος είναι το μόνο είδος στο οποίο το ένα άτομο εξοντώνει το άλλο χωρίς απαραίτητα αυτό να γίνεται για λόγους επιβίωσης, άρα η ανθρώπινη επιθετικότητα πρέπει να χωριστεί σε δύο κατηγορίες: στην ενστικτώδη αντίδραση σε άμεση απειλή της ζωής ενός ατόμου και στην αυθαίρετη και θεληματική επίθεση ενάντια σε άλλους ανθρώπους, χωρίς να υπάρχει άμεσος λόγος. Η ρατσιστική επίθεση ανήκει στη δεύτερη κατηγορία.

3. Κοινωνικο-οικονομική ερμηνεία

Για πολλούς κοινωνιολόγους ο ρατσισμός αποτελεί ένα είδος ιδεολογίας που βασίζεται στη θεωρία της απογοήτευσης, στην προσωπική δηλαδή αίσθηση αποτυχίας που οδηγεί στην επιθετική αντίδραση κάποιων ατόμων ενάντια σ’ενα μυθικό εχθρικό αντικείμενο. Η αντίληψη αυτή ωστόσο δεν αιτιολογεί επαρκώς το λόγο που οι μάζες επανειλημμένα ενστερνίζονται τέτοιες ιδεολογίες και μύθους, καθώς δεν λαμβάνει υπόψη της το Ασυνείδητο, την ιστορική και πολιτιστική διάσταση του φαινομένου, εξετάζοντας το ρατσισμό μόνο μέσα στα πλαίσια του φιλελεύθερου καπιταλισμού. Εισάγοντας ωστόσο το ασυνείδητο και την ιστορική διάσταση στην κοινωνικο-οικονομική ερμηνεία του ρατσισμού, βλέπουμε ότι οι ρίζες του εντοπίζονται στην παραδοσιακή κοινωνία πριν από τον καπιταλισμό: στη δουλοκτησία και τον αποκλεισμό των αλλοθρήσκων. Αυτό το σύστημα οικονομικής και πνευματικής κυριαρχίας δεν εξαφανίστηκε ποτέ, αλλά προσαρμόστηκε στο φιλελεύθερο καπιταλισμό, δημιουργώντας τον μοντέρνο ρατσισμό ως μια φαντασιακή συνέχιση ξεπερασμένων σχέσεων κυριαρχίας.

4. Ψυχολογική ερμηνεία

Σύμφωνα με την ψυχολογική θεωρία, το μίσος του ρατσιστή είναι ‘ευθέως ανάλογο’ προς την ‘αδυναμία του εγώ του’, δηλαδή ο ρατσιστής είναι ένα είδος νευρωτικού που ταυτίζει την προσωπική του ακεραιότητα με αυτήν της (εθνικής, κτλ.) ομάδας του. Εδώ λειτουργεί ένα είδος φαντασιακής ταύτισης όπως στην ψυχολογία των μαζών. Η ανάλυση αυτή συνοψίζεται στην έννοια της ‘αυταρχικής προσωπικότητας’, ενός τύπου ανθρώπου ο οποίος δεν έχει αυτόνομη ηθική συνείδηση, σέβεται τα ιδεώδη των κρατούντων και κυνηγάει την εξουσία, έχει μια αμυντική, αμετάβλητη στάση σε όλα και κατέχεται από σκέψεις καταδίωξης, μη όντας σε θέση να διαφοροποιήσει τα πράγματα. Σύμφωνα με την ψυχολογία του εγώ, αυτός ο άνθρωπος πρέπει να είχε καταπιεστεί από τους γονείς του και να τους μισεί ασυνείδητα, αλλά επειδή δεν μπορεί αυτό να το συνειδητοποιήσει (λόγω της ψυχικής λογοκρισίας), είναι αναγκασμένος να στρέψει αυτό το μίσος ενάντια σε μειονότητες, οι οποίες όντας ακίνδυνες και αδύναμες, αποτελούν εύκολη λεία. Πρέπει ωστόσο να επισημανθεί πως η οικογένεια και η ανατροφή δεν έχουν πιο μεγάλη σημασία από τους κοινωνικοοικονομικούς παράγοντες, αλλά τοποθετούνται μέσα στο συνολικό μοντέλο κυριαρχίας και αξιών μιας κοινωνίας.

5. Πολιτισμική ερμηνεία

Απο την Αναγέννηση και τη Μεταρρύθμιση άρχισαν να εξαφανίζονται οι διαφορές (μεταξύ γεωγραφικών περιοχών, πόλεων, συντεχνιών, επαγγελμάτων, ιεραρχικών ‘πατροπαράδοτων’ προνομίων’), μια αλλαγή που είχε δημοκρατικό και ατομικιστικό χαρακτήρα συγχρόνως και οδήγησε εν μέρει στον καπιταλισμό και τη βιομηχανική οικονομία.Η πολιτισμική ερμηνεία του ρατσισμού τονίζει το άγχος των ρατσιστών απέναντι στην κατάργηση των παραδοσιακών διαφορών στη δημοκρατική κοινωνία: η ‘δημοκρατική ισοπέδωση’ σημαίνει ασυνείδητα για τους ρατσιστές μια βρώμικη ανάμειξη των διαφόρων τάξεων, στρωμάτων και ομάδων. Αναπαράγουν έτσι επανειλημμένα ένα δημαγωγικό, ρατσιστικό λόγο, ο οποίος απευθύνεται πάντα στους ‘δυσαρεστημένους’ της κοινωνίας πέραν των ταξικών διαφορών. Ονειρεύονται όχι ένα μέλλον, αλλά ένα παρελθόν, όπου θα έχει γυρίσει η ιστορία προς τα πίσω και η κοινωνία θα δομείται τριαδικά: χαρισματικός αρχηγός, στατική ιεραρχία, οπαδοί.

6. Ψυχαναλυτική ερμηνεία

Η ψυχαναλυτική ερμηνεία του ρατσισμού βασίζεται στην επεξεργασία της πρωταρχικής σκηνής και στην αδυναμία κάποιων ατόμων να αναγνωρίσουν την ύπαρξη της Διαφοράς των φύλων. Η πρωταρχική σκηνή συμβαίνει όταν το παιδί σε πολύ νεαρή ηλικία (1-3 ετών) παρατηρεί τη συνουσία των γονέων ή οποιωνδήποτε άλλων ανθρώπων ή ζώων, την οποία δεν ‘καταλαβαίνει’ αλλά εκ των υστέρων της δίνει ‘νόημα’, συνδέοντάς την με πράξη βίας, φρίκης και αποκλεισμού. Βλέποντας τους άλλους να κάνουν κάτι ακατανόητο, στο οποίο δεν μπορεί να συμμετάσχει, το παιδί φαντασιώνεται τον εαυτό του ως ένα ‘εγκαταλειμμένο απόρριμα’ των δύο δρώντων. Το ξεπέρασμα αυτής της φαντασίωσης σημαίνει ταυτόχρονα την αναγνώριση της ύπαρξης της Διαφοράς των φύλων. Αντίθετα, η καθήλωση στην πρωταρχική σκηνή οδηγεί στην απώθηση της Διαφοράς των φύλων, στο φετιχισμό και στο μισογυνισμό γιατί οι γυναίκες δεν ανταποκρίνονται στη φαντασίωση της ‘φαλλικής μητέρας’. Η κατάργηση αυτής της συμβολικής Διαφοράς των δύο φύλων οδηγεί στη δημιουργία ενός μύθου της ‘καθαρής’ σύλληψης και καταγωγής, της ‘αυτοσύλληψης’, απ’όπου προέρχονται και όλοι οι μύθοι της θεϊκής και καθαρής καταγωγής, όπως της Άρειας Φυλής κτλ.

Οι ρατσιστές εξάπτονται και φανατίζονται εύκολα, γιατί ασυνείδητα διεγείρονται σεξουαλικά όταν αντιληφθούν τον ‘άλλο’, καθώς κάθε διαφορετικό άτομο (διαφορετικό απο τον κομφορμισμό του φύλου και της ομάδας), τους υπενθυμίζει αυτό που είναι γι’αυτούς αδύνατο και ανησυχητικό – η ύπαρξη της (σεξουαλικής) Διαφοράς. Σύμφωνα λοιπόν με την ψυχαναλυτική ανάλυση ο ρατσιστής έχει εμπλακεί σε ένα άλυτο δίλημμα, είναι εγκλωβισμένος μέσα σε αρχαϊκές ψυχικές καταστάσεις που περιφέρονται γύρω από φαντασιακές ταυτίσεις με τον άλλο, τον οποίο δεν μπορεί να δεχτεί ως διαφορετικό. Έτσι πρέπει ο άλλος ή να γίνει ‘ίδιος’ (πράγμα αδύνατο) ή να εξοντωθεί. Έτσι η σχέση με τον άλλο είναι παρανοϊκή και φετιχιστική, δηλαδή πολύ πιο αλλοτριωμένη απ’ότι στην υστερία ή στη νεύρωση.

Αντί επιλόγου

Το 1994, προλογίζοντας το αφιέρωμα «Φασισμός και Ψυχιατρική» η Κατερίνα Μάτσα γράφει: ‘Ο φασισμός, ο ρατσισμός κάθε μορφής, ο αντισημιτισμός, ο αποκλεισμός της συμβολικής διαφοράς, ο αποκλεισμός του πραγματικού άλλου ξαναγίνεται για την ανθρωπότητα σήμερα ένας εφιάλτης, απ’τον οποίο πρέπει εγκαίρως να ξυπνήσει.’ Αυτό που ήταν επίκαιρο πρίν από 20 χρόνια σήμερα γίνεται επιτακτικό, τόσο επιτακτικό που σχεδόν χάνεται η πολυτέλεια της θεωρητικής του ανάλυσης. Η παραπάνω περίληψη αποτελεί μια σαφώς σύντομη και ελλιπή καταγραφή των διαφορετικών αναγνώσεων του ρατσισμού. Αυτό που ενώνει αυτές τις περιληπτικές αναγνώσεις είναι η ανάδειξη του ρατσισμού ως κάτι αυθαίρετο και παράλογο. Είτε πρόκειται για άρνηση της επιστημονικά τεκμηριωμένης βιολογικής εξέλιξης, για μια διατρεβλωμένη ανάλυση του δαρβινισμού, μια σεξουαλική διαστροφή ή ασυνείδητη αναπόληση της δουλοκτησίας, φοβία ή απέλπιδα προσπάθεια έκφρασης και ένταξης μιας αθεράπευτα κομπλεξικής προσωπικότητας, ο ρατσισμός αναδύεται πάντα ως ένα λάθος, ένα ατεκμηρίωτο παραλήρημα. Γι’ αυτό, όπως λέει και ο Λίποβατς, είναι αδύνατο ο ρατσιστής να αντικρουστεί με λογικά επιχειρήματα, με τον ίδιο τρόπο που είναι αδύνατο να αντικρουστεί κάποιος που βλέπει ροζ ελέφαντες. Το κρίσιμο ερώτημα είναι πώς αντικρούεται το παράλογο, το λάθος αυτό που κερδίζει έδαφος, που αφαιρεί ζωές, πολιτικοποιείται και απροκάλυπτα πια χρησιμοποιείται ως εργαλείο από τους κατέχοντες την εξουσία και τον κρατικό μηχανισμό.

Creative Commons License
Η ψυχοπαθολογία ενός ρατσιστή by Thanos Lipovats is licensed under a Creative Commons Attribution-NonCommercial-NoDerivs 3.0 Unported License.

This article is also available in:

Translate this in your language

Like this Article? Share it!

2 Comments

  1. Mr.gsi 2017/02/17 at 22:53

    μην ξεχνάτε οτι το 1990 ανοιξαν τα σύνορα μας για τους αλβανους και απο τοτε γεμισαμε εγκληματικοτητα ….Όχι λοιπόν στους πουστιδες όχι στους αλβανους όχι στους Τούρκους όχι στους μετανάστες όχι στους αλλοθρησκους και ας με πεις ρατσιστη…θέλω την χώρα μου καθαρή ….και αυτοί που θα αντιδρασουν να σκεφτούν στην περίπτωση πολέμου να βάλετε να πολεμήσουν οι παραπάνω. …

    • Yiannis Fanourakis 2017/02/23 at 13:29

      Τι εννοείς ακριβώς όταν λες “και ας με πεις ρατσιστή”; Εσύ δηλαδή πιστεύεις ότι δεν είσαι ρατσιστής;

Leave A Response