Wednesday 16th January 2019
x-pressed | an open journal
December 17, 2014
December 17, 2014

Καταστολή, Ψέματα και Βιντεοπαιχνίδια*

Category: Protest
This article is also available in: enes
Καταστολή, Ψέματα και Βιντεοπαιχνίδια*

Διάλεξε πλευρά…

Εδώ και ένα χρόνο περίπου κυκλοφορεί στο διαδίκτυο το διαφημιστικό τρέιλερ του βιντεοπαιχνιδιού «RIOT». Πρόκειται για ένα παιχνίδι προσομοίωσης συγκρούσεων μεταξύ διαδηλωτών και δυνάμεων καταστολής σε διάφορες τοποθεσίες ανά τον κόσμο. Το χολιγουντιανής τεχνοτροπίας τρέιλερ που είναι αναρτημένο στον ιστότοπο του παιχνιδιού ξεκινάει με την βαρύγδουπη φράση «Σε έναν κόσμο όπου όλα τα δικαιώματα έχουν χαθεί…», για να καταλήξει προτρέποντας-προκαλώντας τον υποψήφιο παίχτη να «διαλέξει πλευρά».

Όσο φυσικό είναι για ένα βιντεοπαιχνίδι στρατηγικής (όπως θεωρείται αυτό) ο παίχτης να πρέπει να επιλέξει «τον στρατό του» για να ξεκινήσει η δράση, τόσο παρανοϊκό φαντάζει κάτι τέτοιο σε σχέση με την υπόθεση του εν λόγω παιχνιδιού. Σύμφωνα με το τρέιλερ, ο παίχτης καλείται με το απλό πάτημα ενός κουμπιού να συνταχθεί είτε με αυτούς που καταπιέζονται, είτε με αυτούς που επιβάλλουν αυτήν την καταπίεση. Η λογική του παιχνιδιού υποβάλλει στον παίχτη το χυδαίο δίλλημα τού να υιοθετήσει τον ρόλο είτε του καταπιεζόμενου είτε του καταπιεστή, με έναν τρόπο που (από)χρωματίζει τις δύο επιλογές ως ισότιμες, απομονώνοντάς τες από κάθε πολιτική σημασία. Παράλληλα, το εξεγερσιακό κλίμα που παρουσιάζεται με δραματοποιημένο τρόπο στο τρέιλερ λειτουργεί ως μια ουδέτερη αφήγηση στο φόντο, ως ένα περιγραφικό πλαίσιο που απλά στήνει το σκηνικό και διαμορφώνει την ατμόσφαιρα του παιχνιδιού – το αντίστοιχο σε ένα παιχνίδι μεσαιωνικής φαντασίας θα μπορούσε να είναι ένας ιπτάμενος δράκος που πετάει φωτιές. Έτσι, η καταπίεση, ως γενεσιουργός αιτία της σύγκρουσης των δύο πλευρών, απογυμνωμένη από κάθε πολιτική και ηθική ένδυση, ανάγεται αφενός σε διακοσμητικό στοιχείο και αφετέρου σε ελάσσονος σημασίας διαδικαστική λεπτομέρεια – δηλ. κάτι σαν αυτό που ρωτάμε στο σκάκι: «τα άσπρα θες ή τα μαύρα;».

Στο κλείσιμο του τρέιλερ, οι δημιουργοί του παιχνιδιού καμαρώνουν ότι ο αλγόριθμος προσομοίωσης βασίζεται σε στατιστικά δεδομένα παρμένα από πραγματικά γεγονότα. Το κατά πόσο, όμως, η περιστολή δικαιωμάτων και ελευθεριών που χρησιμοποιούν ως κράχτη έχει πραγματιστικές αναφορές, ποσώς φαίνεται να ενδιαφέρει τους δημιουργούς.

trailer screenshotΣτιγμιότυπο από το τρέιλερ του βιντεοπαιχνιδιού προσομοίωσης «RIOT»

Και στη μέση η δικαιοσύνη;

Μιλώντας για καταστολή και για πραγματικά γεγονότα, το τελευταίο διάστημα έλαβαν χώρα ταυτόχρονα δύο ακροαματικές διαδικασίες στα δικαστήρια της πρώην Σχολής Ευελπίδων, οι οποίες αφορούσαν σε περιστατικά καταστολής από διαδηλώσεις: από τη μία, η δίκη των 27 από τους συνολικά 79 συλληφθέντες στη διαδήλωση της 12ης Φλεβάρη 2012, και, από την άλλη, η δίκη για τη δολοφονική επίθεση που δέχτηκε στις 6 Δεκεμβρίου 2009 η Αγγελική Κουτσουμπού από τον δελτά Θεμιστοκλή Ποιμενίδη, στη διάρκεια της πορείας για την πρώτη επέτειο της δολοφονίας του Αλέξη Γρηγορόπουλου.

Στην περίπτωση της 12ης Φλεβάρη είχαμε τις γνωστές συλλήψεις διαδηλωτών «στο σωρό», και, επομένως, κατηγορία-ομπρέλα ήταν η «αντίσταση κατά της Αρχής» – κατηγορία η οποία αποτελεί παραδοσιακά τη συντομογραφία του επιχειρησιακού σχήματος: «σε συλλαμβάνω επειδή διαμαρτύρεσαι που σε δέρνω». Κι όσο βαρύτεροι ήταν οι τραυματισμοί –κατά τη σύλληψη– που έφεραν οι κρατούμενοι όταν έφταναν στη ΓΑΔΑ (αυτόπτες μάρτυρες μέσα από τη ΓΑΔΑ έκαναν λόγο για μελανιασμένα πρόσωπα, σπασμένα χέρια, ανοιγμένα κεφάλια κ.α.), τόσο πιο στιβαρά στοιχειοθετήτο το αδίκημα της «αντίστασης», μέσω κάποιας οργουελικής λογικής. Οι συλλήψεις μαζί με τις προσαγωγές εκείνη τη νύχτα έφτασαν τις 171, επίδοση «high-score» που ωστόσο ήταν απαραίτητη ως αντίβαρο στις μεγάλης έκτασης συγκρούσεις που ξέσπασαν στην ευρύτερη περιοχή του κέντρου της Αθήνας μεταξύ διαδηλωτών και αστυνομίας, κατά τη διάρκεια της συγκέντρωσης. Αλλά επειδή, τηρουμένων των αναλογιών, μια απλή «αντίσταση» ή «διατάραξη» ενδεχομένως να μην έφτανε για να ικανοποιήσει την «αγανακτισμένη κοινή γνώμη», το φάσμα του κατηγορητηρίου διανθίστηκε κατάλληλα, φτάνοντας μέχρι και την «απόπειρα ανθρωποκτονίας». Απόγειο του παραλογισμού: το τσουβάλιασμα των συλληφθέντων σε μία κοινή δικογραφία, παρά το γεγονός ότι οι συλλήψεις πραγματοποιήθηκαν σε άσχετες τοποθεσίες και χρονικές στιγμές.

12-2-12Αθήνα, νύχτα 12ης Φλεβάρη 2012

Η περίπτωση της Κουτσουμπού –που λίγο έλειψε να αποβεί μοιραία– παρουσιάζει μια σημαντική διαφοροποίηση ως προς το επιχειρησιακό κομμάτι. Η διαδήλωση για την πρώτη επέτειο της δολοφονίας Γρηγορόπουλου λειτούργησε στην ουσία ως το πρώτο μεγάλης κλίμακας πεδίο βολής για τη νεοσύστατη τότε ομάδα ΔΕΛΤΑ, την οποία είδαμε αργότερα να διαπρέπει, όπως για παράδειγμα τη νύχτα της 12ης Φλεβάρη, έχοντας πια στην πλάτη της την εμπειρία –και στις ρόδες της το αίμα– δύο και πλέον χρόνων. Στο πλαίσιο, λοιπόν, εκείνου του θλιβερού ντεμπούτου των ΔΕΛΤΑδων, και πέρα από τον κατεξοχήν λόγο ύπαρξής τους που είναι ο τραμπουκισμός κι η τρομοκρατία, ειδικός στόχος εκείνης της άσκησης σε πραγματικές συνθήκες ήταν η βίαιη διάλυση της διαδήλωσης. Εν είδει εκπαιδευτικού βιντεοπαιχνιδιού προσομοίωσης, και την ώρα που, σύμφωνα με μαρτυρίες, οι μοτορόλες της αστυνομίας βούιζαν «ΛΙΩΣΤΕ ΤΟΥΣ!», οι ΔΕΛΤΑδες χίμηξαν με τα μηχανάκια τους –και τη θρασυδειλία τους– πάνω στο τμήμα της πορείας που εκείνη την ώρα βρισκόταν κάτω από την πλατεία Συντάγματος, στο ύψος της Καραγεώργη Σερβίας, περνώντας κυριολεκτικά μέσα από το μπλοκ του ΕΕΚ και χτυπώντας με τα γκλοπς τους ό,τι έβλεπαν να κινείται γύρω τους, προφανώς στην προσπάθειά τους να μαζέψουν όσους περισσότερους πόντους κτηνωδίας μπορούσαν. Σε μια στιγμή, ο Ποιμενίδης, νομίζοντας ίσως ότι είχε φτάσει στον «μεγάλο κακό» της πίστας, πέρασε με τις ρόδες του πάνω από το –ήδη ταλαιπωρημένο από τα βασανιστήρια της χούντας– σώμα της Αγγελικής Κουτσουμπού.

koutsoumpou6 Δεκέμβρη 2009: Η Αγγελική Κουτσουμπού, στιγμές μετά την δολοφονική επίθεση από τον δελτά Ποιμενίδη

Δυο ταυτόχρονες δίκες, η κάθε μια με τους δικούς της τραγέλαφους και θλιβερά ευτράπελα, αλλά, επί της ουσίας, με ένα κοινό επίδικο: τον ρόλο της δικαστικής εξουσίας στη νομιμοποίηση της αστυνομικής βίας, με απώτερο σκοπό την τρομοκράτηση και τελικά τον έλεγχο και τη συμμόρφωση της κοινωνίας.

Από την πρώτη στιγμή της δίκης για τη 12η Φλεβάρη, ο εισαγγελέας κατέστησε σαφείς τις προθέσεις του, απευθυνόμενος, πότε με αφ’ υψηλού πλην φτηνή ειρωνεία και πότε με αναχρονιστικά σχόλια περί «παντελούς έλλειψης αγωγής», μια στους δικηγόρους υπεράσπισης και μια στους συγγενείς των κατηγορούμενων και τους αλληλέγγυους που παρακολουθούσαν τη δίκη – κάνοντας μάλιστα ειδική μνεία στις αμφιέσεις και κομμώσεις των τελευταίων. Φυσικά, δεν επεφύλαξε την ίδια αυστηρότητα για τους μάρτυρες κατηγορίας, ως επί το πλείστον ΜΑΤατζηδες· δεν τους απηύθυνε την παραμικρή ερώτηση, προφανώς από φόβο μην οδηγήσει σε αντιφάσεις τις ετοιμόρροπες καταθέσεις τους, με τις οποίες αναγνώριζαν με περισσή βεβαιότητα τους κατηγορούμενους, αλληλοκαλύπτοντας στην ουσία ο ένας τον άλλον. Σε ένα κρεσέντο αλαζονείας, η πρόεδρος του δικαστηρίου εγκάλεσε έναν εκ των συνηγόρων υπεράσπισης, την ώρα που εκείνος πάλευε με τις προχειρότητες και τις αντιφάσεις των διάτρητων καταθέσεων των ΜΑΤατζήδων, λέγοντάς του ότι «προσπαθεί να δημιουργήσει εντυπώσεις». Σε κάποια άλλη στιγμή, όταν η «απρέπεια και η έλλειψη αγωγής» του ακροατηρίου είχε πλέον καταστεί αφόρητη για τον εισαγγελέα, αυτός διέκοψε την ακροαματική διαδικασία απαιτώντας από τη δικαστή «να απομακρυνθούν οι ανάγωγοι».

Ανάλογο σκηνικό είχε στηθεί και στην έτερη δικαστική αίθουσα. Εδώ, βέβαια, οι προθέσεις της δικαστικής εξουσίας φάνηκαν πριν καν ξεκινήσει η ακροαματική διαδικασία: η υπόθεση εκδικάστηκε ως ένα απλό τροχαίο, με τον κατηγορούμενο να αντιμετωπίζει την πλημμεληματικού χαρακτήρα κατηγορία της «απλής σωματικής βλάβης εξ αμελείας», αντί της «βαριάς σκοπούμενης σωματικής βλάβης» κατά την απαίτηση της πολιτικής αγωγής – και της κοινής λογικής. Αξίζει να θυμηθούμε σ’ αυτό το σημείο ότι στην περίφημη «δίκη της Χαλκίδας» το 1975, κατά την οποία δικάστηκαν ο ηγετικός πυρήνας της Υπηρεσίας Πληροφοριών της Γενικής Ασφάλειας Αθηνών για βασανιστήρια κατά την τελευταία περίοδο της Χούντας (‘73 – ‘74), το δικαστήριο μετέτρεψε τις κατηγορίες από «σκοπούμενες βαριές σωματικές βλάβες» σε «απλές σωματικές βλάβες» [1], καθώς επίσης και ότι οι «συνάδελφοί» τους σε Θεσσαλονίκη και Πάτρα, που δικάστηκαν επίσης για βασανιστήρια, παραπέμφθηκαν εξαρχής σε πλημμελειοδικείο [2]. Όσο δε για τα φριχτά βασανιστήρια που έλαβαν χώρα στη Γενική Ασφάλεια κατά την περίοδο ‘67 – ‘73, και που στοίχισαν τόσες ζωές και σακάτεψαν χιλιάδες σώματα και ψυχές, αυτά δεν έφτασαν καν στις δικαστικές αίθουσες της «εκδημοκρατισμένης» Ελλάδας [1].

Το κυριότερο όμως ζητούμενο από πλευράς της έδρας αλλά και των συνηγόρων υπεράσπισης στην περίπτωση της Κουτσουμπού ήταν η πλήρης απογύμνωση της δίκης από οποιοδήποτε πολιτικό περιεχόμενο. Και παρότι αυτό επετεύχθη σε μεγάλο βαθμό προκαταβολικά, μέσω του υποβιβασμού της υπόθεσης σε πλημμέλημα, η έδρα φρόντισε επιπλέον γι’ αυτό και κατά τη διάρκεια της ακροαματικής διαδικασίας: από τη μία, ένας προκλητικά δια-δικαστικός δικαστής, ο οποίος αναχαίτιζε συστηματικά οποιαδήποτε νύξη με πολιτική χροιά από πλευράς των μαρτύρων κατηγορίας ή της πολιτικής αγωγής, με την αιτιολογία ότι «εκφεύγει της υποθέσεως»· από την άλλη, ένας κυριολεκτικά αμίλητος εισαγγελέας σε ρόλο βαριεστημένου ακροατή – κάποια στιγμή μάλιστα που σήκωσε τα χαρτιά του για να ψιθυρίσει στον δικαστή, φάνηκαν οι μουτζούρες που ζωγράφιζε για να περνάει πιο ευχάριστα η ώρα. Μεγάλη ατραξιόν της ακροαματικής διαδικασίας-τσίρκου, ο βασικός συνήγορος υπεράσπισης του δελτά, ο οποίος, μεταξύ άλλων φαιδρών, υπέβαλε ερώτηση σε μάρτυρα κατηγορίας για το αν την ημέρα της πορείας είχε κηρυχτεί γενική απεργία… για να πάρει την απάντηση ότι η πορεία πραγματοποιήθηκε Κυριακή – υπερβολική βλακεία, θα ‘λεγε κανείς, ή υπερβολική σιγουριά για την έκβαση της δίκης;

Δεν είναι η πρώτη φορά που η δικαστική εξουσία δείχνει τα δόντια της σε όσους θεωρεί «ταραξίες», χαϊδεύοντας ταυτόχρονα την αστυνομία. Πόσοι διαδηλωτές έχουν φτάσει ενώπιον κάποιου δικαστικού λειτουργού με εμφανή τα σημάδια κακοποίησης από την αστυνομία; Δεν είναι μήπως η ίδια δικαστική εξουσία που αθώωσε σε δεύτερο βαθμό τους έξι από τους οκτώ ασφαλίτες που κακοποίησαν τον Αυγουστίνο Δημήτριου στη διάρκεια πορείας μνήμης για την εξέγερση του Πολυτεχνείου, το 2006 στη Θεσσαλονίκη, παρόλο που υπάρχει ακόμα και βίντεο στο οποίο φαίνεται καρέ καρέ ο ξυλοδαρμός; Δεν είναι η ίδια δικαστική εξουσία που αθώωσε και τους τέσσερις ειδικούς φρουρούς που ξυλοκόπησαν μέχρι θανάτου τον Νίκο Σακελλίωνα στο κέντρο της Αθήνας το 2008, περιφρονώντας τις καταθέσεις των αυτόπτων μαρτύρων και αγνοώντας το βίντεο από το περιστατικό που είχε τραβήξει περίοικος; Αλλά η μεροληπτική διάθεση της ελληνικής δικαιοσύνης δεν περιορίζεται στην υπόθαλψη μόνο της αστυνομικής αυθαιρεσίας… Τον προηγούμενο μήνα, ο αντιεισαγγελέας του Αρείου Πάγου αποφάσισε να επικυρώσει την αθωωτική απόφαση του Μεικτού Ορκωτού Δικαστηρίου της Πάτρας, αθωώνοντας τελεσίδικα τον εργοδότη-μπράβο της Μανωλάδας, και καταδικάζοντας με ανασταλτικού χαρακτήρα ποινές τους υπόλοιπους δύο κατηγορουμένους. Ενώ, μόλις πριν λίγες μέρες, αθωώθηκε με μια πρωτοφανή απόφαση ο νεοναζί χρυσαυγίτης Μπαρμπαρούσης για τους τραμπουκισμούς στη λαϊκή αγορά του Μεσολογγίου, παρά το βαρύτατο κατηγορητήριο και την ύπαρξη βίντεο που καταγράφει το περιστατικό. Και η λίστα μακραίνει και σκοτεινιάζει…

Φαίνεται πως στην Ελλάδα της αστικής ακροδεξιάς των Μπαλτάκων, των Βορίδηδων, των Πλεύρηδων και των Φορτσάκηδων, της μιντιακής εξουσίας των Μπόμπολων και των Πρετεντέρηδων, των φυλακών τύπου Γ, των στρατοπέδων συγκέντρωσης, των Μανωλάδων, των βασανισμών κρατουμένων, του «Ξένιου Δία», της άνευ ορίων περιστολής δικαιωμάτων και ελευθεριών, της ξέφρενης αστυνομικής καταστολής που έχει αναχθεί σε κανονικότητα, η ελληνική δικαιοσύνη έχει από καιρό διαλέξει τα μπλε «ανθρωπάκια».

burning patrol car

—————

*παράφραση του τίτλου της ταινίας «Σεξ, Ψέματα και Βιντεοταινίες» (Στ. Σότεμπεργκ, 1989)

[1] Νάντια Βαλαβάνη, «Η δίκη της Χούντας 30 χρόνια μετά», εφημερίδα «ΤΑ ΝΕΑ», Νοέμβριος 2005

[2] «Η ταράτσα της οδού Μπουμπουλίνας – Δίκη βασανιστών», από την τηλεοπτική εκπομπή «Η Μηχανή του Χρόνου», Ιούνιος 2011

Creative Commons License
Καταστολή, Ψέματα και Βιντεοπαιχνίδια* by Yannis Christodoulou is licensed under a Creative Commons Attribution-NonCommercial-NoDerivs 3.0 Unported License.

This article is also available in:

Translate this in your language

Like this Article? Share it!

Leave A Response