Saturday 18th August 2018
x-pressed | an open journal
September 22, 2013
September 22, 2013

Κυβερνησιμότητα της κρίσης και των κοινών στη νέα Μεσόγειο: Για μια αντι-αντικοινωνική έρευνα

Source: Enthemata  Category: On the crisis
This article is also available in: enfr
Κυβερνησιμότητα της κρίσης και των κοινών στη νέα Μεσόγειο: Για μια αντι-αντικοινωνική έρευνα

Από την ημέρα που ο Μωχάμεντ Μπουαζίζι πυρπόλησε το βασανισμένο κορμί του σε μια πόλη της Τυνησίας, το κύμα των εξεγέρσεων και αναταραχών, που αυτή η κίνηση πυροδότησε, εξαπλώθηκε σε όλη σχεδόν τη Μεσόγειο. Ωστόσο, παρά το εύρος και την πολυφωνία των αναλύσεων που ακολούθησαν, υπάρχει ένα χαρακτηριστικό, εντυπωσιακά απόν σε πολλές, αν όχι όλες: η μετατροπή της Μεσογείου σε προνομιακή περιοχή κρίσεων και εξεγέρσεων.

Η απουσία ενός μεσογειακού αναλυτικού πλαισίου έχει να κάνει, σε γενικές γραμμές, με δύο λόγους. Πρώτον, η διάσπαρτη ισλαμοφοβία παγιώνει την διάκριση της Μεσογείου στην ευρωπαϊκή μεριά από τη μια (στην οποία οι «τεμπέληδες Νότιοι» μπορούν ακόμα να γίνουν Βόρειοι, αν αποποιηθούν το αμαρτωλό τους DNA και θυμηθούν τις αρετές του ευρωπαϊκού πολιτισμού) και στην αραβικο-μουσουλμανική από την άλλη, όπου οι αρχές της Γαλλικής Επανάστασης δεν έφτασαν ποτέ, άρα οποιαδήποτε εξέγερση είναι καταδικασμένη να καταλήξει είτε σε στρατιωτική είτε σε ισλαμική χούντα.

Δεύτερον, η κυρίαρχη «επιστημονική» διάγνωση της κρίσης ορίζει ότι το κύριο πρόβλημα της Νότιας Ευρώπης εστιάζεται στην οικονομία, ενώ στη Μέση Ανατολή είναι η πολιτική που νοσεί. Φυσικά, κάθε λογής ειδήμονες δεν χάνουν ευκαιρία να διανθίσουν τις διαγνώσεις της κρίσης χρέους στον μεσογειακό Βορρά με νουθεσίες για πολιτικές «μεταρρυθμίσεις», αλλά κανείς –εκτός από νεοναζί και χουντικούς– δεν έχει τολμήσει (ακόμα) να υπονοήσει ότι οι Νοτιοευρωπαίοι είναι ανώριμοι για δυτικού τύπου δημοκρατίες, όπως υποστηρίζεται ευρέως κι ευθαρσώς για τους άραβες γείτονές τους.

Αν δούμε λοιπόν τα κοσμοϊστορικά φαινόμενα που ζούμε πέρα από ισλαμοφοβικά και ψευτοεπιστημονικά φίλτρα, διαπιστώνουμε ότι η Μεσόγειος έχει μετατραπεί σε μια περιοχή πολύ πλούσια, όχι σε κοιτάσματα υδρογονανθράκων, αλλά σε πειράματα κυβερνησιμότητας. Ορίζω την κυβερνησιμότητα όχι με τη στενή έννοια των κυβερνητικών θεσμών, αλλά με τη φουκωική έννοια της κρίσιμης σύνδεσης της εξουσίας με τη γνώση (π.χ. των ειδικών της βιοπολιτικής και των εφαρμοσμένων επιστημών). Μπορούμε να διακρίνουμε τα πειράματα σε δυο κατηγορίες.

Κυβερνησιμότητα της κρίσης

Πρώτη κατηγορία, η κυβερνησιμότητα της κρίσης, η οποία βασίζεται σε τεχνοκρατικά φαντασιακά της κρίσης και της κατάστασης εκτάκτου ανάγκης. Η κυβερνησιμότητα αυτή μεταλλάσσει την πολιτική, από τέχνη της (δια)τήρησης του κοινωνικού συμβολαίου, σε τεχνοκρατία της (αν)αποτελεσματικής διάγνωσης και αντιμετώπισης κινδύνων. Οι «κίνδυνοι» ποικίλλουν ανάλογα με τη χώρα και τη συγκυρία, αλλά τόσο το πατριαρχικό-εθνικιστικό πλαίσιο όσο και η αμεσότητα με την οποία προβάλλονται παραμένουν απαράλλακτα: στην Τουρκία ο εθνικός κίνδυνος προέρχεται από τους «βρωμιάρηδες» της Ταξίμ και τους Κούρδους, στην Αίγυπτο από τους ισλαμιστές και τους «ξένους συνωμότες», στην Ελλάδα από τις οροθετικές, τους «μπαταχτσήδες», τους μπαχαλάκηδες κ.ο.κ.

Τα φαντασιακά της κρίσης τείνουν να αντικαταστήσουν τα κοινωνικά συμβόλαια ως κύρια πηγής νομιμοποίησης της πολιτικής εξουσίας σε πολλές χώρες ειδικά μετά την 11/9, ωστόσο στη Μεσόγειο η κυβερνησιμότητα της κρίσης έχει την τιμητική της.

Χρησιμοποιείται τόσο στη διάλυση σχετικά αναπτυγμένων «κοινωνικών κρατών», για πρώτη φορά σε τέτοια κλίμακα, όσο και στη δημιουργία νέων μορφών διαχείρισης πληθυσμών και προβλημάτων στα σημαντικότερα πεδία της σύγχρονης διακυβέρνησης: οικονομία, ενέργεια, υγεία, (βιο)ασφάλεια, έλεγχος συνόρων, διατήρηση της ενδοκρατικής ειρήνης, αστυνόμευση, «ανθρωπιστική» δράση, καθώς και δημιουργία νέων (παρα)κρατών. Προσεγγίζοντας κανείς τη Μεσόγειο με ένα τέτοιο (ερευνητικό-πολιτικό) φίλτρο, έχει τη θαυμάσια ευκαιρία να παρατηρήσει ότι οι ενδομεσογειακές διαφορές στο «πολιτικό-πολιτιστικό» πλαίσιο ωχριούν μπροστά στις ομοιότητες, συνεργασίες, ανταλλαγές και κοινές πρακτικές που επιβάλλει η κυβερνησιμότητα της κρίσης.

Κυβερνησιμότητα των κοινών

Η δεύτερη κατηγορία αναφέρεται στις κινήσεις και τα κινήματα που συγκροτούνται καθημερινά στη βάση της υπεράσπισης και εξάπλωσης των «κοινών» – είτε αυτά είναι φυσικά (δάση, νερά, πηγές), πολιτιστικά (κοινοτικές παραδόσεις, νέες προσπάθειες συλλογικής αυτοδιαχείρισης) ή πολιτικά (κοινωνικά, εργατικά, φυσικά, ανθρώπινα δικαιώματα, πέραν της εκμετάλλευσής τους από ειδικούς και διεθνείς οργανισμούς). Έτσι, προσπάθειες αυτονόμησης από την κεντρική εξουσία συνδυάζονται με νέους τρόπους αυτο-οργάνωσης, αυτο-διαχείρισης κι αυτο-κυβέρνησης, που βασίζονται σε μια κριτική στάση απέναντι σε κυρίαρχες μορφές διαχείρισης της φύσης, της εργασίας, της πολιτικής κοινότητας και, εν τέλει, της εξουσίας.

Οι νέες πρακτικές δεν απορρίπτουν την κυβερνησιμότητα γενικώς, αλλά προσπαθούν να την κοινωνικοποιούν, ώστε ο άλλοτε κυβερνώμενος να αυτοκυβερνάται μέσα από τον έλεγχο της γνώσης για τα κοινά, η οποία θα μπορούσε, με τη σειρά της, να γίνει κοινή γνώση. Μορφές αυτής της κυβερνησιμότητας των κοινών παρατηρούμε στους τρόπους με τους οποίους ορίζονται και γίνονται αντικείμενο οικειοποίησης η φύση και η εργατική/δημιουργική δύναμη, το αστικό τοπίο και η συλλογική ιδιοκτησία, καθώς και στους τρόπους λήψης αποφάσεων σε πολιτικές ή ιστορικές κοινότητες.

Παραδείγματα μορφών κυβερνησιμότητας των κοινών βρίσκονται παντού γύρω μας, αλλά η ερευνητική-πολιτική ματιά μας δεν είναι εκπαιδευμένη να τα βλέπει ως τέτοια. Στο πολιτικό πεδίο, αυτό οφείλεται ίσως σε μια κυρίαρχη αντίληψη για την κοινωνική αλλαγή, η οποία ορίζει ότι αυτή θα είναι είτε καθολική (επανάσταση-λαϊκή εξουσία) είτε ανάξια λόγου – αντίληψη που εντάσσεται σε μια μεσσιανική και «κρισο-κεντρική» αντίληψη της Ιστορίας. Στο επιστημονικό πεδίο, η τύφλωση ίσως οφείλεται στην ηγεμονική θέση της πολιτικής και της οικονομικής επιστήμης, για τις οποίες η πολιτική παίζεται κυρίως από μεγάλους παίκτες: κυβέρνηση, στρατό, ΜΜΕ, κόμματα κτλ.

Αν σηκώσουμε λοιπόν το σιδηρούν παραπέτασμα της «μεγάλης πολιτικής», ίσως να καταφέρουμε να δούμε, λ.χ., ότι πέρα από την αιματηρή κόντρα Στρατηγών-Αδελφών στην Αίγυπτο, την αντιπαράθεση Μνημόνιο-Αντιμνημόνιο στην Ελλάδα, τον καταστροφικό εμφύλιο στη Συρία κ.ο.κ. υπάρχουν δυνάμεις που δημιουργούνται μέσα από καθημερινές μάχες και αξίζουν την επιστημονική ανάλυση και την πολιτική προσοχή μας.

Για μια αντι-αντικοινωνική έρευνα

Αν τα παραπάνω ισχύουν έστω και στο ελάχιστο, χρειαζόμαστε μια καινοτόμο ερευνητική ατζέντα, η οποία θα εστιάζεται στους προαναφερθέντες άξονες (κυβερνησιμότητα της κρίσης, κυβερνησιμότητα των κοινών, νέα Μεσόγειος) και στις αλληλοσυνδέσεις τους, ταυτόχρονα όμως θα ξεφεύγει από τους κανόνες της τυπικής επιστημονικής έρευνας, στην οποία ο έλεγχος ποιότητας και ο διάλογος συντελείται μέσα στα στεγανά της ακαδημίας. Ομολογουμένως δύσκολο εγχείρημα, αλλά στις σημερινές συνθήκες η ευκαιρία ταυτίζεται με την άμεση δημιουργία τέτοιων ερευνητικών δομών, οι οποίες θα είναι ανοικτές στην κοινωνία και δεν θα τη θεωρούν εργαστηριακό αντικείμενο το οποίο εξετάζει η επιστήμη μέσα από τα μικροσκόπιά της. Μέχρι την ώρα που οι κοινωνικές επιστήμες θα αναγνωρίσουν ότι μόνο μέσα στην κοινωνία έχει νόημα το συγκεκριμένο συνοδευτικό επίθετο, η παραγόμενη έρευνα θα είναι εξ ορισμού, και συνήθως και εκ του αποτελέσματος, «αντικοινωνική».

Σήμερα υπάρχουν οι αναγκαίοι και ικανοί όροι για ερευνητικές δομές στη λογική μιας «αντι-αντικοινωνικής έρευνας»: υψηλή τεχνολογία ανοικτή σε όλους, μαζική πρόσβαση σε πηγές και πληροφορίες, ανάγκη συλλογικής επανανοηματοδότησης της ζωής.
Οργανωτικά, οι νέες ερευνητικές δομές μπορούν να έχουν τριπλό ρόλο. Καταρχάς, να ακολουθούν την ερευνητική ατζέντα, αλλά αυτή τη φορά με ενεργή συμμετοχή των «υποκειμένων», τόσο στη συλλογή πληροφοριών όσο και στη διαμόρφωση θεωριών. Τα άλλοτε παθητικά «υποκείμενα» μπορούν να οικειοποιηθούν τις μεθόδους των ερευνητών, μετατρεπόμενα τελικά σε ερευνητές της ίδιας τους της ζωής. Δεύτερον, να χρησιμεύουν ως προνομιακά κανάλια επικοινωνίας και ανταλλαγής γνώσης σχετικά με τις νέες μορφές κυβερνησιμότητας της κρίσης, και, ακόμα περισσότερο, τα νέα πειράματα κυβερνησιμότητας των κοινών, στη Μεσόγειο αλλά και αλλού (η σύνδεση με τη Λατινική Αμερική είναι περισσότερο από αναγκαία). Τρίτον, να συντελούν στην πρωτογενή παραγωγή, την κοινωνικοποίηση και εφαρμογή νέων φαντασιακών που θα αποδομούν την κυβερνησιμότητα της κρίσης, θα προωθούν την κυβερνησιμότητα των κοινών, μπολιασμένα τόσο από την «κοινωνική εμπειρία» όσο και την «επιστημονική έρευνα», στοχεύοντας στην άρση του διαχωρισμού μεταξύ των δύο.
***
Αυτά δεν είναι εύκολα πράγματα, αλλά η αποδόμηση κυρίαρχων ιδεολογιών και η αντικατάστασή τους από εναλλακτικά φαντασιακά αποτελεί άμεσο καθήκον τόσο της έρευνας όσο και της κοινωνίας, καθώς μάλιστα ακόμα και δυνάμεις που αυτο-ορίζονται ως ριζοσπαστικές εμφορούνται από παρόμοιες αντιλήψεις: οι τρεις κυρίαρχες αναγνώσεις και προτεραιότητες της εποχής (Κρίση, Εργασία, Ανάπτυξη) είναι αποδεκτές σχεδόν από όλους, παρά τις ενδεχόμενες διαφορές στην αντιμετώπισή τους. Απέναντι στις ιερές αυτές αγελάδες της νεωτερικότητας (βάλτε εδώ και την Επιστήμη), θα ήταν χρήσιμο –και αναγκαίο– να ψηλαφίσουμε τη δυνατότητα να αντιπαραθέσουμε πιο πλουραλιστικές, απελευθερωτικές και δίκαιες μορφές όχι μόνο για να βιώνουμε τη ζωή μας αλλά και να την κατανοούμε.

Ο Νικόλας Κοσματόπουλος είναι διδάκτορας κοιν. Ανθρωπολογίας. Φέτος διδάσκει στο Κολούμπια/Νέα Υόρκη και στο Sciences Po/Παρίσι.

Ο συγγραφέας θέλει να ευχαριστήσει την Αθηνά Αθανασίου, τον Γιώργο Καλλή, την Πέννυ Κουτρολίκου και τον Στρατή Μπουρνάζο για τον κόπο να διαβάσουν το κείμενο και να προτείνουν σημαντικές αλλαγές.

This article is also available in:

Translate this in your language

Like this Article? Share it!

Leave A Response