Friday 20th September 2019
x-pressed | an open journal
January 10, 2013
January 10, 2013

Πορτογαλία: Παίζοντας τις κυβερνήσεις

Author: Pedro Lains Translator: Eleni Nicolaou
This article is also available in: enpt-pt
Πορτογαλία: Παίζοντας τις κυβερνήσεις

Το πιο σημαντικό, ίσως, ερώτημα που θα έπρεπε να τεθεί σχετικά με την έκθεση του ΔΝΤ για το πορτογαλικό κράτος, με τίτλο «Επανεξετάζοντας το κράτος – Επιλεκτικές Μεταρρυθμίσεις Δαπανών», είναι πώς η διοίκηση του ΔΝΤ μπορεί να φέρει σε πέρας έναν τέτοιο ρόλο. Ένα δεύτερο ζήτημα, πιο κοινό, θα ήταν να κατανοήσουμε γιατί η πορτογαλική κυβέρνηση ασχολείται με τέτοιου είδους προγράμματα.

Η οικονομική και δημοσιονομική πολιτική της κυβέρνησής μας έχει σημαδευτεί από την πρωτοβουλία του υπουργού των Οικονομικών, του οποίου η δύναμη είναι ευθέως ανάλογη προς την έλλειψη γνώσεων των εν ενεργεία συνεργατών του πάνω στην πορτογαλική οικονομία στην τρέχουσα κρίση. Ο Vítor Gaspar, λοιπόν, μετά την είσοδό του στη χώρα ως διακεκριμένος τεχνοκράτης που θα έκανε τη μεγάλη διαφορά και θα άλλαζε τα πάντα, με την «επεκτατική συρρίκνωσή» του –με άλλα λόγια, με την ιδέα ότι οι οικονομίες θα πρέπει να συμπιέζονται προκειμένου να αναπτυχθού– καθώς και με τις «βαθιές διαρθρωτικές μεταρρυθμίσεις», αποδείχθηκε μια σκέτη απογοήτευση για πολλούς από τους παλιούς υποστηρικτές του τόσο μέσα όσο και έξω από τα κόμματα της κυβέρνησης, κάνοντάς τους να εγκαταλείψουν το καράβι.

Μεταξύ των φορέων που, προφανώς, παρέκκλιναν από ορισμένες κυβερνητικές επιλογές είναι η Ευρωπαϊκή Επιτροπή (αν και όχι κατ’ ανάγκη ο Πρόεδρός της, Durão Barroso). Ίσως αυτός είναι ο λόγος για τον οποίο η πρόσφατη δημόσια έκθεση για το κράτος φέρει την αποκλειστική πατρότητα του ΔΝΤ και όχι των υπόλοιπων εταίρων της τρόικας. Έχω επίγνωση ότι τα περισσότερα από όσα λέγονται εδώ είναι καθαρές εικασίες, αλλά κάτι τέτοιο είναι παρ’ όλα αυτά θεμιτό. Εν πάση περιπτώσει, είμαστε αντιμέτωποι με μια μεμονωμένη ενέργεια, η οποία καθιστά την ανάλυσή της πολύ πιο εύκολη.

Το ΔΝΤ δημιουργήθηκε για να διαχειρίζεται τον διεθνή χρηματοοικονομικό τομέα, επιτρέποντας τη διάσωση χωρών που αντιμετωπίζουν δυσκολίες στους εξωτερικούς τους λογαριασμούς, έχουν όμως δυνητικά την ικανότητα να τις ξεπεράσουν. Ο ρόλος αυτός έχει ζωτική σημασία, δεδομένου ότι η διεθνής οικονομία καθοδηγείται κατ ‘ανάγκην από ανισορροπίες που προκύπτουν από τη δυσλειτουργία των χρηματοπιστωτικών αγορών ή από προβλήματα που σχετίζονται με την οικονομική ανάπτυξη, και ως εκ τούτου πρέπει να διορθωθούν. Χωρίς το ΔΝΤ, οι οικονομικές κρίσεις θα οδηγούσαν τις πληττόμενες χώρες στην πόρτα εξόδου από το διεθνή οικονομικό στίβο, πράγμα που πρέπει να αποφευχθεί με κάθε κόστος.

Το πρόβλημα είναι ότι τα δάνεια που χορηγεί το ΔΝΤ θα πρέπει να συνοδεύονται από προϋποθέσεις, με άλλα λόγια από μέτρα, που θα εποπτεύουν τις υπό διάσωση κυβερνήσεις. Είναι τα ίδια μέτρα που επιτρέπουν τη μείωση των επιτοκίων, αφού μειώνουν τον κίνδυνο ανάγκης για ένα τέτοιο δάνειο. Αυτή είναι μια βασική αρχή: ποτέ δεν θα μπορούσε να είναι αλλιώς. Παρ’ όλα αυτά, το ΔΝΤ έχει μάλλον αρνητικά αποτελέσματα να επιδείξει σε αυτόν τον τομέα, κυρίως λόγω του γεγονότος ότι οι παρεμβάσεις του γίνονται κυρίως σε λιγότερο αναπτυγμένες χώρες, που σημαίνει ότι η απειρία των τεχνικών του ΔΝΤ προστίθεται στην πολιτική ανικανότητα των χωρών υπό επιτήρηση. Αποτέλεσμα είναι η προώθηση μη ενδεδειγμένων πολιτικών και, στις περισσότερες περιπτώσεις, με την ισχυρή υποστήριξη των δικτατορικών καθεστώτων. Σημειώστε ότι χώρες όπως η Αργεντινή ή, πιο πρόσφατα, η Βραζιλία κατάφεραν να απαλλαγούν από αυτόν τον φαύλο κύκλο, όταν τα αντίστοιχα εθνικά πολιτικά όργανα απέκτησαν μεγαλύτερη ωριμότητα. Η εναλλακτική λύση απέναντι στο ΔΝΤ μπορεί να μην είναι λαμπρή, αλλά δεν είναι απαραίτητα χειρότερη.

Το ΔΝΤ γνωρίζει καλά τα προβλήματα του παρελθόντος, έχοντας φτάσει σε ένα σημείο προβληματισμού που τελικά θα οδηγήσει σε κάποιο είδος μετασχηματισμού. Αλλά αυτό παίρνει πολύ καιρό, πράγμα που δεν δείχνει την αποτελεσματικότητα του οργανισμού. Θα ήταν καλό να επικέντρωναν λίγη από το ενδιαφέρον που δείχνουν την μεταρρύθμιση διαφόρων χωρών και προς τη δική τους μεταρρύθμιση.

Η τρέχουσα διεθνής κρίση και, ειδικότερα, η τεράστια δυσλειτουργία της Ευρωζώνης, έχουν φέρει το ΔΝΤ σε επαφή με πιο ανεπτυγμένες οικονομίες, όπως η Πορτογαλία, η Ιρλανδία ή η Ελλάδα. Μέχρι τη διεθνή κρίση του 1973, το σύστημα του Bretton Woods –μέρος του οποίου είναι και το ΔΝΤ– είχε δουλέψει αρκετά καλά με τις πιο ανεπτυγμένες οικονομίες. Στη δεκαετία του ’70, έγιναν ορισμένες παρεμβάσεις σε ανεπτυγμένες χώρες όπως η Μεγάλη Βρετανία, αλλά μόνο σποραδικά.

Όταν έφτασαν στην Πορτογαλία, οι τεχνοκράτες του ΔΝΤ, εάν δεν γνώριζαν, σίγουρα εξεπλάγησαν με την ποιότητα των εθνικών θεσμικών οργάνων μας, καθώς και με το επίπεδο των γνώσεων σχετικά με το θέμα, αλλά και πάλι χρησιμοποίησαν ό, τι ήταν διαθέσιμο για να κάνουν τη δουλειά τους. Θα πρέπει να σημειωθεί ότι το θεσμικό πλαίσιο του ΔΝΤ μπορεί να μην είναι απαραίτητα και το πλέον κατάλληλο, αλλά το προσωπικό που διαθέτουν έχει σίγουρα τα προσόντα προσαρμογής. Στη συνέχεια, εμφανίστηκε ένα άλλο πρόβλημα – που έχει να κάνει με το ΔΝΤ και τα συναφή ιδρύματα, όπως η ΕΚΤ και η ΕΚ. Ανέλαβαν το ρόλο του εκπροσώπου για τα εθνικά συμφέροντα. Είναι αλήθεια ότι τα συμφέροντα που εξυπηρετούνται καλά είναι αυτά που έχουν κοινά σημεία με εκείνα των πιστωτών – αλλά εξακολουθούν να είναι ίδια συμφέροντα. Αυτός είναι ο λόγος, απλά για να δώσω ένα παράδειγμα, που ιδιωτικοποιήσεις εμφανίζονται στο πορτογαλικό μνημόνιο, αλλά όχι στο ιρλανδικό.

Έχοντας να κάνουν με μια αναπτυγμένη χώρα, όπως η Πορτογαλία, οι τεχνοκράτες του ΔΝΤ καταλήγουν να παίζουν τον ρόλο του αντηχείου των εθνικών φιλοδοξιών, ή, με άλλα λόγια, των φιλοδοξιών των ομάδων με τους οποίους συνομιλούν. Το γεγονός αυτό έγινε εμφανές κατά τη διάρκεια της εφαρμογής του μνημονίου του 2011, αλλά δεν ήταν τόσο σοβαρό, δεδομένου ότι το ΔΝΤ είχε τη συντροφιά των άλλων θεσμικών οργάνων της τρόικας, καθώς και ένα ευρύτερο φάσμα από συνομιλητές, τόσο στην κυβέρνηση όσο και στην αντιπολίτευση. Ωστόσο, με βάση την έκθεση που αναλύεται εδώ, το ΔΝΤ μιλάει αποκλειστικά και μόνο με την πορτογαλική κυβέρνηση στα υψηλότερα επίπεδα, βάζοντας ένα συγκεκριμένο στόχο – για αρχή, € 4.000.000.000 περικοπές στις δημόσιες δαπάνες (και χωρίς να γνωρίζει πώς υπολογίστηκε η τιμή αυτή). Για τον σκοπό αυτό, ως βάση, αυτό που κάνει η έκθεση είναι να συγκρίνει τον μέσο όρο των δαπανών σε διάφορους τομείς, χωρίς να ανησυχεί για την αξιοπιστία των εν λόγω μέσων όρων και συγκρίσεων, ώστε να καταλήξει στη συνέχεια στις “περικοπές”. Αυτό δεν είναι τίποτα άλλο από μια προκαταρκτική εργασία, ευρέος φάσματος και χωρίς το αναγκαίο βάθος. Για να δώσω ένα σχετικό παράδειγμα, η έκθεση περιέχει έναν πίνακα στον οποίο ο μέσος μισθός των δημοσίων υπαλλήλων σε διάφορες χώρες συγκρίνεται με το αντίστοιχο κατά κεφαλήν ΑΕΠ, αλλά χωρίς να ληφθούν υπόψη οι διαφορές προσόντων μεταξύ του δημόσιου και του ιδιωτικού τομέα. Παρ’ όλα αυτά, σε μια χώρα όπως η Πορτογαλία, όπου μόνο η σημερινή γενιά έχει επιτύχει την πλήρη υποχρεωτική εκπαίδευση, ο δημόσιος τομέας, με τους γιατρούς, τους δικαστές του, τους δασκάλους και νοσοκόμες, διαθέτει ένα επίπεδο εκπαίδευσης υψηλότερο από τον εθνικό μέσο όρο, σε αντίθεση με ό, τι συμβαίνει με χώρες όπου τρεις ή περισσότερες γενιές είχαν πλήρη μόρφωση. Μια ευκαιρία, υποστηρίζουν οι «ειδικοί».

Οι άρρητες προδιαγραφές στην έκθεση του ΔΝΤ οδήγησαν στον καθορισμό όχι μόνο του ποσού που πρέπει να κοπεί, αλλά και του εύρους των θεμάτων για τα οποία γίνονται οι συγκρίσεις. Το πορτογαλικό κράτος έχει δαπάνες που δεν σχετίζονται με τις συντάξεις, την υγεία, την εκπαίδευση και την ασφάλιση, αλλά η έκθεση τις αγνοεί εντελώς.

Και δεν λέει τίποτα για τις επιπτώσεις της περικοπής € 4.000.000.000 στο εθνικό προϊόν και, ως εκ τούτου, στα μελλοντικά έσοδα του κράτους. Σε μια έκθεση που θέλει να είναι πλήρης, η απουσία τόσο πολλών σημαντικών παραμέτρων μπορεί να συσχετιστεί μόνο με τις προδιαγραφές.

Εν κατακλείδι, και απαντώντας στις ερωτήσεις με τις οποίες αρχίσαμε, το ότι μια αδύναμη κυβέρνηση κάνει χρήση ενός τέτοιου συστήματος για να επιβάλει μια πολιτική ατζέντα, εξακολουθεί να είναι κατανοητό. Αυτό που δεν καταλαβαίνω καθόλου είναι το ότι το ΔΝΤ μπαίνει σ’ ένα τέτοιο παιχνίδι. Δεν είναι λοιπόν περίεργο, που η Ευρωπαϊκή Επιτροπή δεν έχει μπει σ’ αυτό – αν και δεν υπάρχουν εγγυήσεις ότι δε θα το πράξει πιεζόμενη από τη Γερμανία η από τον Μπαρόζο.

Είναι σκληρό να το λέω αυτό για ιδρύματα με κύρος. Αλλά είναι επίσης αναγκαίο, όταν κυριαρχούνται από συμφέροντα που δεν έχουν καμία σχέση με την πρόοδο των εθνών και της Ευρώπης.

This article is also available in:

Translate this in your language

Like this Article? Share it!

Leave A Response