Sunday 17th December 2017
x-pressed | an open journal
March 21, 2015
March 21, 2015

Κριτική βιβλίου: Η ουτοπία των κανόνων, του David Graeber

Author: Stuart Jeffries Translator: Eleni Nicolaou
Source: The Guardian  Category: Dialogues
This article is also available in: enes
Κριτική βιβλίου: Η ουτοπία των κανόνων, του David Graeber

The Utopia of Rules: On Technology, Stupidity and the Secret Joys of Bureaucracy (Η Ουτοπία των Κανόνων: για την τεχνολογία, την ηλιθιότητα και τις μυστικές χαρές της γραφειοκρατίας)

"Πάρα πολλοί άνθρωποι περνούν την επαγγελματική τους ζωή κάνοντας δουλειές που θεωρούν περιττές." Ο αναρχικός συγγραφέας, επινοητής της φράσης «Είμαστε το 99%», μιλά για τις ανούσιες δουλειές, τις κανονικοποιημένες ζωές μας και τη σημασία του παιχνιδιού.

Πριν από μερικά χρόνια η μητέρα του David Graeber έπαθε μια σειρά από εγκεφαλικά επεισόδια. Οι κοινωνικοί λειτουργοί τον ενημέρωσαν ότι, προκειμένου να πληρώσει για την κατ ‘ οίκον νοσηλεία που απαιτούνταν, θα έπρεπε να υποβάλει αίτηση στο Medicaid, το ασφαλιστικό πρόγραμμα υγείας της κυβέρνησης των ΗΠΑ για άτομα με χαμηλό εισόδημα. Έτσι κι έκανε, και βρέθηκε παγιδευμένος σε μια δίνη συμπλήρωσης εγγράφων και ταπείνωσης, οικείας σε όποιον έχει ποτέ εμπλακεί σε γραφειοκρατικές διαδικασίες.

Σε κάποια φάση, η όλη διαδικασία κόλλησε επειδή κάποιος στο Τμήμα Μηχανοκινήτων Οχημάτων είχε γράψει το όνομά του «Daid» και κατόπιν, επειδή σε κάποια άλλη υπηρεσία είχαν γράψει το επώνυμό του «Grueber». Ο Graeber έκανε τα πράγματα χειρότερα όταν τύπωσε το όνομά του στη γραμμή με τη σαφή ένδειξη «υπογραφή» σε ένα από τα έντυπα. Βουτηγμένος σε μια πραγματικότητα που θυμίζει κάτι από Κάφκα, Catch-22 και τον «Χλωμό βασιλιά» του David Foster Wallace, ο Graeber είχε πλήρη επίγνωση της ειρωνείας της κατάστασης, χωρίς αυτό να την κάνει καθόλου πιο ανεκτή. «Ξοδεύουμε τόσο μεγάλο μέρος από τον χρόνο μας συμπληρώνοντας έντυπα», λέει. «Ο μέσος Αμερικανός περνάει έξι μήνες της ζωής του περιμένοντας περιμένοντας να ανάψει το πράσινο φανάρι. Αν είναι έτσι, πόσα χρόνια της ζωής μας ξοδεύουμε σε γραφειοκρατικές διαδικασίες;»

Το θέμα τελικά κατέληξε να είναι θεωρητικό, διότι η μητέρα του Graeber πέθανε πριν έρθει η Medicaid. Αλλά το μαρτύριο της συμπλήρωσης εντύπων παρέμεινε. «Έχοντας ζήσει μεγάλο χρονικό διάστημα ως μποέμ, σχετικά απομονωμένος από τέτοια πράγματα, έπιασα τον εαυτό μου να αναρωτιέται: έτσι είναι η καθημερινή ζωή για τους περισσότερους ανθρώπους;», γράφει ο 53χρονος καθηγητής ανθρωπολογίας στο καινούριο του βιβλίο The Utopia of Rules: On Technology, Stupidity and the Secret Joys of Bureaucracy («Η Ουτοπία των Κανόνων: για την τεχνολογία, την ηλιθιότητα και τις μυστικές χαρές της γραφειοκρατίας»). «Να τρέχουν από δω κι από κει σαν ηλίθιοι όλη μέρα; Σε καταστάσεις στι οποίες τελικά κανείς καταλήγει να συμπεριφέρεται σαν ηλίθιος;»

«Θέλω να πιστεύω ότι είμαι μάλλον έξυπνος. Οι περισσότεροι άνθρωποι φαίνεται να συμφωνούν με αυτό», λέει ο Graeber, σε ένα εστιατόριο κοντά στο γραφείο του στο London School of Economics. «Εντάξει, βρισκόμουν σε συναισθηματική σύγχυση αλλά έκανα πράγματα που ήταν όντως χαζά. Πως είναι συνατόν να μην πρόσεξα ότι έβαλα την υπογραφή μου σε λάθος γραμμή; Υπάρχει κάτι στις γραφειοκρατικές διαδικασίες που πράγματι σε κάνει να φέρεσαι σαν ηλίθιος».

Αλλά το βιβλίο του Graeber δεν παρουσιάζει απλώς την ανθρώπινη ηλιθιότητα στη γραφειοκρατική της έκφανση. Ο κύριος σκοπός του είναι να αποδομήσει μια παρανόηση δεξιάς αντίληψης σχετικά με τη γραφειοκρατία. Από τότε που ο Ρόναλντ Ρήγκαν, δήλωσε: «Οι πιο τρομακτικές λέξεις στην αγγλική γλώσσα είναι: ‘Είμαι από την κυβέρνηση και είμαι εδώ για να βοηθήσω’», αποτελεί στερεότυπο ότι γραφειοκρατία σημαίνει κράτος. Λάθος, υποστηρίζει ο Graeber. «Αν πάς σε ένα κατάστημα της Mac και σου πούνε: «Λυπάμαι, είναι προφανές ότι χρειάζεστε καινούρια οθόνη, αλλά θα πρέπει να περιμένετε μια εβδομάδα για να μιλήσετε με τον ειδικό», δεν πρόκειται να πεις «Γαμώτο, καταραμένοι γραφειοκράτες!», παρ’ όλο που ακριβώς περί αυτού πρόκειται – μια κλασική γραφειοκρατική διαδικασία. Η προπαγάνδα μας έχει κάνει να πιστέψουμε ότι γραφειοκρατία σημαίνει δημόσιοι υπάλληλοι. Ο καπιταλισμός υποτίθεται ότι δεν θα έπρεπε να δημιουργεί θέσεις ανούσιες εργασίας. Το τελευταίο πράγμα που θα κάνει μια επιχείρηση που επιδιώκει το κέρδος είναι να πληρώνει εργαζόμενους που δεν χρειάζεται πραγματικά. Κι όμως, κατά κάποιο τρόπο, αυτό συμβαίνει».

Το επιχείρημα του Graeber είναι παρόμοιο με εκείνο που διατύπωσε σε ένα άρθρο του 2013 με τίτλο On the Phenomenon of Bullshit Jobs («Σχετικά με το φαινόμενο των ανούσιων εργασιών»), στο οποίο υποστήριξε ότι, το 1930, ο οικονομολόγος John Maynard Keynes είχε προβλέψει ότι μέχρι το τέλος του αιώνα η τεχνολογία θα έχει προχωρήσει τόσο, ώστε χώρες όπως το Ηνωμένο Βασίλειο και οι ΗΠΑ θα έφταναν να έχουν βδομάδες 15ωρης εργασίας. «Σε τεχνολογικό επίπεδο, είμαστε σε θέση να το κάνουμε. Και όμως, τελικά, αυτό δεν έγινε ποτέ. Αντίθετα, η τεχνολογία επιστρατεύτηκε για να βρει τρόπους να μας αναγκάσει όλους να δουλεύουμε περισσότερο. Στρατιές ανθρώπων, στην Ευρώπη και ιδίως στη Βόρεια Αμερική, ξοδεύουν ολόκληρη την εργασιακή τους ζωή εκτελώντας καθήκοντα που πιστεύουν ότι είναι περιττά. Η ηθική και πνευματική ζημιά που προκύπτει από αυτή την κατάσταση είναι βαθιά. Είναι μια πληγή σ τη συλλογική μας ψυχή. Ωστόσο, ουσιαστικά κανείς δεν μιλάει γι’ αυτό».

Ποιες δουλειές είναι ανούσιες; «Ένας κόσμος χωρίς δασκάλους ή λιμενεργάτες σύντομα θα είχε πρόβλημα. Αλλά δεν είναι καθόλου βέβαιο ότι η ανθρωπότητα θα υπέφερε αν όλα τα διευθυντικά στελέχη μεγάλων εταιρειών, οι λομπίστες, οι δημοσιοσχεσίτες, οι αναλογιστές, οι τηλεδιαφημιστές, οι δικαστικοί επιμελητές ή οι νομικοί σύμβουλοι εξαφανίζονταν με παρόμοιο τρόπο». Παραδέχεται ότι κάποιοι θα μπορούσαν να υποστηρίξουν ότι και η δική τους δουλειά δεν έχει νόημα. «Δεν μπορεί να υπάρξει αντικειμενική μέτρηση της κοινωνικής αξίας» λέει εύστοχα.

Στο Utopia of Rules («Η ουτοπία των κανόνων») ο Graeber προχωρεί ακόμη περισσότερο στην ανάλυσή του για το τι πήγε στραβά. Η τεχνολογική πρόοδος υποτίθεται ότι θα μας οδηγούσε στο να τηλεμεταφερόμαστε σε νέους πλανήτες, έτσι δεν είναι; Παραθέτει ορισμένα από τα άλλα προβλεφθέντα τεχνολογικά επιτεύγματα τα οποία με απογοήτευση διαπιστώνει ότι δεν υπάρχουν: ιπτάμενα αυτοκίνητα, κρυογενετική, φάρμακα αθανασίας , ανδροειδή, αποικίες στον Άρη. «Εγώ ήμουνα οκτώ χρονών τη στιγμή της προσελήνωσης του Apollo και θυμάμαι καθαρά να υπολογίζω ότι θα ήμουν 39 χρόνων το μαγικό έτος 2000 και να αναρωτιέμαι πώς θα ήταν ο κόσμος γύρω μου. Πίστευα πραγματικά ότι θα ζούσα σ’ έναν κόσμο τόσο θαυμαστών πραγμάτων; Μα φυσικά. Και τώρα αισθάνομαι απολύτως εξαπατημένος».

Αλλά τι συνέβη από την προσελήνωση του Apollo μέχρι σήμερα; Η θεωρία του Graeber είναι ότι στα τέλη της δεκαετίας του 1960 και στις αρχές της δεκαετίας του 1970 υπήρχε ένας διάχυτος φόβος για την επικράτηση μιας κοινωνίας προλετάριων χίπις με πάρα πολύ ελεύθερο χρόνο στη διάθεσή τους. «Η άρχουσα τάξη ένιωθε φρίκη στην ιδέα να αντικατασταθούν όλοι οι εργαζόμενοι από ρομπότ. Υπήρχε μια γενική αίσθηση ότι «αν είναι άσχημα τώρα με τους χίπις, φανταστείτε πως θα είναι αν ολόκληρη η εργατική τάξη είναι άνεργη». Κανείς δεν μπορεί να ξέρει κατά πόσο αυτό ήταν συνειδητό, αλλά ελήφθησαν αποφάσεις για τις ερευνητικές προτεραιότητες». Αναλογιστείτε, επισημαίνει, την ιατρική και τις επιστήμες της ζωής από τα τέλη της δεκαετίας του 1960. «Ο καρκίνος; Όχι, είναι ακόμα εδώ». Αντίθετα, οι πιο δραματικές ανακαλύψεις έχουν να κάνουν με φάρμακα όπως το Ritalin, το Zoloft και το Prozac – τα οποία είναι όλα, γράφει ο Graeber, «κομμένα και ραμμένα, θα έλεγε κανείς, έτσι ώστε αυτές οι νέες επαγγελματικές απαιτήσεις να μην μας καταστήσουν δυσλειτουργικά τρελούς».

Αυτό το επιχείρημα περί ανούσιων δουλειών θα μπορούσε να εκληφθεί ως ανταπάντηση στο υπερ-καπιταλιστικό δυστοπικό σενάριο, σύμφωνα με το οποίο τα ρομπότ κυριεύουν τον κόσμο, ενώ οι άνθρωποι είναι καταδικασμένοι να παίζουν αιώνια Minecraft. Συνοψίζοντας τις προβλέψεις της πρόσφατης μελλοντολογικής λογοτεχνίας, ο John Lanchester έχει γράψει: «Υπάρχει το κεφάλαιο που τα καταφέρνει καλύτερα από ποτέ, τα ρομπότ που κάνουν όλη τη δουλειά και η μεγάλη μάζα της ανθρωπότητας που δεν κάνει και πολλά παρά διασκεδάζει παίζοντας με τα gadgets της». Ο Lanchester επέστησε την προσοχή σε έναν πίνακα κατάταξης που καταρτίστηκε από δύο οικονομολόγους της Οξφόρδης, με 702 θέσεις εργασίας που τα ρομπότ μπορούν να κάνουν καλύτερα: στη θέση 1 (λιγότερο καλά) είναι οι ψυχαγωγικοί θεραπευτές. Στην θέση 702 (περισσότερο καλά) είναι οι τηλεπωλητές. Οι ανθρωπολόγοι –και ο Graeber θα χαιρόταν με αυτό–, κατατάσσονται στη θέση 39, οπότε δεν χρειάζεται να αρχίσει το γυάλισμα του βιογραφικού του ακόμα – βρίσκεται σε ασφαλέστερη θέση από ό,τι οι συγγραφείς (123) και οι εκδότες (140).

Ο Graeber πιστεύει ότι, από το 1970, έχει σημειωθει μια μετατόπιση του ενδιαφέροντος από επενδύσεις σε τεχνολογίες για την υλοποίηση εναλλακτικών μελλοντικών σεναρίων, προς επενδύσεις σε τεχνολογίες που ευνοούν την εργατική πειθαρχία και τον κοινωνικό έλεγχο. Εξ ου και το διαδίκτυο. «Ο έλεγχος είναι τόσο πανταχού παρών που δεν τον βλέπουμε». Ούτε βλέπουμε πως η απειλή της βίας αποτελεί τη βάση της κοινωνίας, ισχυρίζεται ο ίδιος. «Η σπανιότητα με την οποία εμφανίζονται τα ρόπαλα απλά κάνουν τη βία πιο δυσδιάκριτη», γράφει.

Το 2011, στο Zuccotti Park της Νέας Υόρκης, δραστηριοποιήθηκε στο κίνημα Occupy Wall Street, το οποίο περιγράφει ως ένα «πείραμα σε μία μεταγραφειοκρατική κοινωνία». Είναι ο εμπνευστής του συνθήματος «Είμαστε το 99%». «Θελήσαμε να αποδείξουμε ότι μπορούμε να προσφέρουμε όλες τις υπηρεσίες που προσφέρουν οι φορείς παροχής κοινωνικών υπηρεσιών χωρίς την ατελείωτη γραφειοκρατία. Πράγματι, σε κάποια φάση, στο πάρκο Zuccotti υπήρχε μια γιγαντιαία πλαστική σακούλα σκουπιδιών που είχε μέσα $ 800.000. Ο κόσμος συνέχιζε να μας δίνει χρήματα, αλλά εμείς δεν σκοπεύαμε να τα βάλουμε στην τράπεζα. Υπάρχουν όλοι αυτοί οι κανόνες και οι ρυθμίσεις. Και το Occupy Wall Street δεν μπορεί να έχει τραπεζικό λογαριασμό. Λέω πάντα ότι η αρχή της άμεσης κινηματικής δράσης (direct action) είναι η προκλητική επιμονή να ενεργείς σαν να είσαι ήδη ελεύθερος».

Αναφέρει επιδοκιμαστικά την αναρχική κολεκτίβα Crimethinc: «Βάζοντας κανείς τον εαυτό του συνεχώς σε νέες καταστάσεις είναι ο μόνος τρόπος για να βεβαιωθέι ότι παίρνει αποφάσεις ανεξάρτητα από τη δύναμη της συνήθειας, τον νόμο, τα έθιμα ή τις προκαταλήψεις – και είναι στο χέρι του καθενός να δημιουργεί αυτές τις καταστάσεις». Η ακαδημαϊκή καριέρα, αναλογίζεται, ήταν κάποτε ένα καταφύγιο για τους εκκεντρικούς – ήταν ένας από τους λόγους που και ο ίδιος ακολούθησε αυτόν τον δρόμο. «Ήταν ένα καταφύγιο. Όχι πια. Τώρα, αν δεν μπορείς να λειτουργήσεις και λίγο σαν ανώτερο διοικητικό στέλεχος, πρέπει να αποχαιρετήσεις την ιδέα της ακαδημαϊκής σταδιοδρομίας».

Και γιατί αυτό είναι τόσο φοβερό; «Σημαίνει ότι παίρνουμε ένα πολύ μεγάλο ποσοστό από τα μεγαλύτερα δημιουργικά ταλέντα της κοινωνίας μας και τους λέμε να πάνε στον διάολο… Οι εκκεντρικοί έχουν αποκλειστεί από όλους τους θεσμούς». Καλά, ίσως όχι και όλοι τους. «Είμαι εκκεντρικό άτομο. Είμαι ένας από εκείνους τους τύπους που δεν θα γινόταν δεκτοί στον ακαδημαϊκό χώρο σήμερα». Πράγματι, ο ίδιος ισχυρίζεται ότι έχει εξοστρακιστεί από την Αμερικανική Ακαδημία και ότι βρήκε καταφύγιο στην Αγγλία. Το 2005, βγήκε σε άδεια απουσίας από το Yale «και είχα έντονη κινηματική δράση και βγήκα στα ΜΜΕ». Όταν επέστρεψε, οι συνάδελφοί του τον σνόμπαραν και το συμβόλαιό του δεν ανανεώθηκε. Γιατί; Εν μέρει, πιστεύει ο ίδιος, επειδή οι δραστηριότητες του ενόχλησαν το Yale.

Γεννημένος το 1961 στη Νέα Υόρκη από εβραίους γονείς της εργατικής τάξης, ο Graeber έγινε φορέας μιας ριζοσπαστικής κληρονομιάς. Ο πατέρας του, ο Kenneth, πολέμησε στον ισπανικό εμφύλιο και η μητέρα του, η Ρουθ, δούλευε στον χώρο της ένδυσης και είχε τον πρωταγωνιστικό ρόλο στην «Pins and Needles», μια μουσική επιθεώρηση του 1930 που οργανώθηκε από τη διεθνή ένωση γυναικών εργαζομένων στο χώρο του ενδύματος.

Ο γιος τους αυτοαποκαλούνταν αναρχικός από την ηλικία των 16, αλλά άρχισε να συμμετέχει ενεργά στην πολιτική από το 1999, όταν πήρε μέρος στις διαμαρτυρίες κατά της συνδιάσκεψης του Παγκόσμιου Οργανισμού Εμπορίου στο Σιάτλ. Αργότερα, ενώ παράλληλα δίδασκε στο Yale, εντάχθηκε στους ακτιβιστές καλλιτέχνες και φαρσέρ του Direct Action Network στη Νέα Υόρκη. Θα προχωρούσε περισσότερο στο Yale, αν δεν ήταν αναρχικός; «Μπορεί. Είχα δύο μειονεκτήματα. Κατ’ αρχάς, έδειχνα να απολαμβάνω τη δουλειά μου πάρα πολύ. Επιπλέον, προέρχομαι από την εργατική τάξη». Η απώλεια των ΗΠΑ έγινε κέρδος για την Αγγλία: ο Graeber έγινε αναπληρωτής καθηγητής ανθρωπολογίας στο Πανεπιστήμιο Goldsmiths του Λονδίνου το 2008 και καθηγητής στο LSE πριν από δύο χρόνια.

Οι δημοσιεύσεις του περιλαμβάνουν το “Fragments of an Anarchist Anthropology” (2004), στο οποίο περιέγραψε το όραμά του για το πώς η κοινωνία θα μπορούσε να οργανωθεί με λιγότερο αποξένωτικούς όρους, και το “Direct Action: An Ethnography” (2009), μια μελέτη του κινήματος για παγκόσμια δικαιοσύνη. Το 2013, έγραψε το πιο πολιτικό βιβλίο του ως τώρα, το “The Democracy Project”. «Ήθελα να το ονομάσω ‘As if We Were Already Free‘ (‘Σαν να ήμασταν ήδη ελεύθεροι’)», μου λέει. «Και οι εκδότες γελούσαν μαζί μου – υποτακτική στον τίτλο;!». Αλλά ήταν το “Debt: The First 5,000 Years”, δημοσιευμένο το 2011, που τον έκανε διάσημο και έχει προκαλέσει κολακευτικά σχόλια από ανθρώπους όπως ο Thomas Piketty και ο Russell Brand. Ο δημοσιογράφος των Financial Times και συνάδελφός του ανθρωπολόγος Gillian Tett υποστήριξε ότι το βιβλίο «όχι μόνο προκαλεί τη σκέψη, αλλά είναι και εξαιρετικά επίκαιρο», αν μη τι άλλο, χωρίς αμφιβολία, επειδή σε αυτό ο Graeber απηύθυνε πρόσκληση για ένα “ιωβηλαίο” βιβλικού τύπου, που σημαίνει μια διαγραφή του εθνικού και καταναλωτικού χρέους.

Στο τέλος του «Utopia of Rules», ο Graeber κάνει την διάκριση ανάμεσα σε «play» και «game» – το πρώτο περιλαμβάνει δημιουργικότητα ελεύθερης μορφής , το δεύτερο απαιτεί οι συμμετέχοντες να τηρούν κανόνες. Ενώ το δεύτερο ενέχει ψυχαγωγία (είναι, για να παραθέσω ένα απόσπασμα από τον υπότιτλο του βιβλίου, από τις μυστικές χαρές της γραφειοκρατίας), είναι το πρώτο που τον ενθουσιάζει, ως αντίδοτο σε μια κοινωνία γεμάτη έντυπα για συμπλήρωση και κόκκινες ταινίες.

Λίγο πριν τελειώσει το γεύμα του, ο Graeber μου είπε για τη νέα ιδέα με την οποία φλερτάρει. «Πρόκειται για την αρχή που διέπει το παιχνίδι στη φύση. Συνήθως, υποστηρίζει, προβάλλουμε στη φύση χαρακτηριστικά δρώντος υποκειμένου, εφόσον υπάρχει κάποιο είδος οικονομικού συμφέροντος. Εξού, για παράδειγμα, «Το εγωιστικό γονίδιο» του Richard Dawkins. Αρχίζω να αντιλαμβάνομαι καλύτερα την ιδέα – είναι μια αναρχική θεωρία οργάνωσης που αρχίζει με τα έντομα και τα ζώα και προχωρά στους ανθρώπους». Προτείνει να είμαστε ουσιαστικά παιγνιώδεις, αντί να είμαστε τηλεκατευθυνόμενα ρομποτάκια του καπιταλισμού. Το πιο βασικό επίπεδο της ύπαρξης είναι το παιχνίδι και όχι τα οικονομικά, η διασκέδαση και όχι οι κανόνες, να χαζολογάμε αντί να συμπληρώνουμε έντυπα. Ο ίδιος σίγουρα φαίνεται να διασκεδάζει περισσότερο από όσο αρμόζει σε έναν σεβαστό καθηγητή.

This article is also available in:

Translate this in your language

Like this Article? Share it!

Leave A Response